Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 18 Ιουνίου 2017 (τῶν Ἁγιορειτὼν Πατέρων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 - 23
18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 - 23
18 Ενώ δε περιπατούσε εις την παραλίαν της θαλάσσης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σιμωνα, τον οποίον αργότερα ο ίδιος ο Χριστός ωνόμασε Πετρον, και τον Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, οι οποίοι έριπταν το δίκτυον εις την θάλασσαν, διότι ήσαν ψαράδες· 19 και λέγει εις αυτούς· “ακολουθήσατέ με και εγώ θα σας κάμω ικανούς να ψαρεύετε και να προσελκύετε ανθρώπους εις την βασιλείαν των ουρανών με το δίκτυον του κυρήγματος”. 20 Αυτοί αμέσως εγκατέλειψαν τα δίκτυα και τον ηκολούθησαν. 21 Και προχωρήσας από εκεί είδε δύο άλλους αδελφούς, τον Ιάκωβον τον υιόν του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννην τον αδελφόν αυτού να ετοιμάζουν μαζή με τον πατέρα των τον Ζεβεδαίον τα δίκτυά των μέσα στο πλοίον· και τους εκάλεσεν. 22 Αυτοί δε, χωρίς αναβολήν, άφησαν το πλοίον και τον πατέρα των και τον ηκολούθησαν. 23 Ο δε Ιησούς περιήρχετο τότε όλην την Γαλιλαίαν, εδίδασκεν εις τας συναγωγάς (όπου κάθε Σαββατον εμαζεύοντο οι Εβραίοι) εκήρυσσε το χαρμόσυνον άγγελμα της πνευματικής βασιλείας, που θα εγκαθίδρυε, και εθεράπευε κάθε ασθένειαν και κάθε σωματικήν αδυναμίαν μεταξύ του λαού.

Το Ιερό Κήρυγμα

Κυριακή Β’ Ματθαίου – Κλήση και ανταπόκριση

Άφησαν τα πάντα

Ο Κύριος περπατά στην ακρογιαλιά της Γαλιλαίας. Εκεί βλέπει δυο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη λίμνη, διότι ήταν ψαράδες. Και τους λέει: Ακολουθήστε µε και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια, ανθρώπους — αυτούς με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος θα ελκύετε στη Βασιλεία των ουρανών. Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. Αφού προχώρησε πιο κει, είδε άλλους δυο αδελφούς, τον Ιάκωβο τον γυιό του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο. Και τους κάλεσε κοντά του. Κι αυτοί αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους και Τον ακολούθησαν.
Κι οι τέσσερις ψαράδες άφησαν αμέσως τα πάντα. Πόση προθυμία και αυταπάρνηση έδειξαν στην κλήση του Χριστού! Πόση πίστη και υπακοή! Δεν ανέβαλαν την απόφασή τους για άλλη φορά. Δεν ζήτησαν προθεσμία για να δώσουν κάποια απάντηση. Δεν σκέφθηκαν να πάνε πρώτα στα σπίτια τους και να συζητήσουν με τους δικούς τους. Άφησαν και τους γονείς τους και ό,τι άλλο είχαν. Τα πλοία και τα δίχτυα τους ήταν όλη τους η περιουσία. Και την αφήνουν. Μένουν χωρίς τίποτε. Αυτοί και ο Χριστός! Και Τον ακολουθούν. Και γίνονται μόνιμοι μαθητές του. Αποφασισμένοι να ακολουθήσουν τον Κύριο όπου τους καλέσει.
Εμείς άραγε δείχνουμε τέτοια αυταπάρνηση και προθυμία στο θέλημα του Θεού; Βέβαια ο Κύριος δεν κάνει σε όλους εμάς τέτοια μεγάλη ειδική κλήση, δεν ζητά από όλους εμάς να εγκαταλείψουμε τα πάντα και να Τον ακολουθήσουμε. Αλλά ζητά να εγκαταλείψουμε τα πάθη µας, το αμαρτωλό θέλημά µας. Και κάνει στον καθένα µας πολλές κλήσεις για μετάνοια, για αγιασμό, για τη σωτηρία µας. Μας καλεί με τη φωνή των Πνευματικών µας, της Αγίας Γραφής, των πνευματικών ανθρώπων, αλλά και με τη φωνή γεγονότων. Μας ζητά να κόψουμε κάποιο ελάττωμά µας, να καλλιεργήσουμε κάποια αρετή, να κάνουμε έργα αγάπης, να προσφέρουμε τα χαρίσματά µας στο έργο της Εκκλησίας του. Για παράδειγμα πηγαίνουμε στον Πνευματικό µας και µας δίνει οδηγίες πνευματικής ζωής. Τις αποδεχόμαστε χωρίς αντίρρηση και αντίδραση; Έχουμε την προθυμία να υπακούσουμε αμέσως και να αγωνισθούμε να διορθώσουμε την πορεία µας; Είναι φοβερό να µας καλεί ο ίδιος ο Θεός στο θέλημά του και εμείς να αρνούμαστε και να χάνουμε ευκαιρίες μετανοίας και αγιασμού. Ευκαιρίες που ίσως δεν θα µας δοθούν ποτέ άλλοτε. Ας μάθουμε λοιπόν να ανταποκρινόμαστε αμέσως στα κελεύσματα της φωνής του Κυρίου. Ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο.

Η Βασιλεία του Θεού

Στη συνέχεια ο άγιος ευαγγελιστής Ματθαίος παρουσιάζει τη δημόσια δράση του Κυρίου στη Γαλιλαία. Λέει ότι ο Ιησούς περιόδευε τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις Συναγωγές, όπου κάθε Σάββατο μαζεύονταν οι Ιουδαίοι για να ακούσουν την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και να προσευχηθούν. Θεράπευε τα πλήθη του λαού από κάθε είδους ασθένεια. Και κήρυττε το χαρμόσυνο άγγελμα της Βασιλείας του Θεού.
Ποια όμως είναι αυτή η Βασιλεία στην οποία καλούσε η Κύριος; Οι Ιουδαίοι ασφαλώς περίμεναν µία εγκόσμια ιουδαιοκεντρική βασιλεία εντελώς διαφορετική από αυτήν που κήρυττε ο Κύριος. Διότι ο Κύριος έγινε άνθρωπος για να εγκαθιδρύσει μιαν άλλη πνευματική, παγκόσμια Βασιλεία όχι σε κράτη και σε παλάτια, αλλά στις ψυχές των ανθρώπων. Η Βασιλεία του δεν είναι «ἐκ τοῦ κόσµου τούτου». Κι Αυτός δεν είναι Βασιλεύς κρατών αλλά καρδιών, που θα κατακτήσει τους ανθρώπους όχι με πολέμους αλλά με την αγάπη. Ο Κύριος λοιπόν καλεί σε μια Βασιλεία ασυγκρίτως ανώτερη απ’ αυτήν που περίμεναν οι Ιουδαίοι, μια Βασιλεία ατελεύτητη. Μια Βασιλεία που ξεκινάει από τη γη με την Εκκλησία του και θα συνεχιστεί στον ουρανό. Μια Βασιλεία στην οποία δεν θα κυριαρχεί το µίσος αλλά η αγάπη, δεν θα κυριαρχεί το σκοτάδι της απιστίας αλλά το φως της πίστεως. Μια Βασιλεία στην οποία κάθε πολίτης της θα απολαμβάνει από αυτή τη ζωή τη θεία Χάρη και πληρότητα και θα γεύεται τα υπερκόσμια αγαθά της.
Εμείς άραγε κατανοούμε τον πνευματικό αυτόν χαρακτήρα της Βασιλείας του Θεού; Ζούμε την εμπειρία της Βασιλείας αυτής; Βέβαια ανήκουμε στη Βασιλεία του Θεού, στην Εκκλησία του. Είμαστε βαπτισμένοι. Έχουμε μυρωθεί με το βασιλικό Χρίσμα. Εσωτερικά όμως; Η Βασιλεία του Θεού είναι «ἐντός ἡµῶν»; Τη ζούμε ως εμπειρία; Την προσδοκούμε ως το μεγαλύτερο όραμα της ζωής µας; Αν πραγματικά θέλουμε να ζούμε μέσα µας τη βασιλεία του Θεού, αν αναγνωρίζουμε τον Κύριό µας ως παντοτινό βασιλέα µας, θα πρέπει να Τον κάνουμε και κυβερνήτη της ζωής µας. Αυτός να κυβερνά τις αισθήσεις µας, τις σκέψεις µας, τα συναισθήματά µας, ολόκληρη τη ζωή µας. Να µη σέρνουμε τα πόδια µας στο χώμα κυριευμένοι από πάθη και αμαρτωλές επιθυμίες. Αλλά να ανεβαίνουμε διαρκώς ψηλότερα, προς τους ουρανούς, προς την άνω Ιερουσαλήμµ, προς τη Βασιλεία του Θεού.
Ο Σωτήρ, 1981




Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 11 Ιουνίου 2017 (τῶν Ἁγίων Πάντων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33
32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38
37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30
27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33
32 Καθένας, λοιπόν, που με πίστιν και θάρρος και χωρίς να φοβήται τους διωγμούς, θα με ομολογήση σωτήρα του και Θεόν του εμπρός στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ έμπροσθεν του ουρανίου πατρός μου ως ιδικόν μου. 33 Οποιος όμως με αρνηθή εμπρός στους ανθρώπους, θα αρνηθώ και εγώ να τον παραδεχθώ ως ιδικόν μου εμπρός στον ουράνιον Πατέρα μου.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38
37 Εκείνος που αγαπά τον πατέρα η την μητέρα του παραπάνω από εμέ, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και εκείνος που αγαπά τον υιόν του η την κόρην του παραπάνω από εμέ, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. 38 Και όποιος δεν παίρνει σταθεράν την απόφασιν να υποστή κάθε ταλαιπωρίαν και σταυρικόν ακόμη θάνατον δια την πίστιν του εις εμέ και δεν με ακολουθεί ως αρχηγόν και υπόδειγμά του, δεν είναι άξιος για μένα.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30
27 Τοτε απεκρίθη ο Πετρος και του είπε· “ιδού ημείς αφήσαμεν όλα και σε ηκολουθήσαμεν. Ποία τάχα θα είναι η αμοιβή μας;” 28 Ο δε Ιησούς απήντησεν εις αυτούς· “σας διαβεβαιώνω ότι σεις που με έχετε ακολουθήσει εδώ εις την γην, όταν εις την συντέλεια των αιώνων αναδημιουργηθή νέος κόσμος και αναστηθούν οι νεκροί και ο υιός του ανθρώπου καθίση επάνω στον ένδοξον θρόνον του, τότε και σεις θα καθίσετε επάνω εις δώδεκα θρόνους, δια να κρίνετε τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ. 29 Και κάθε ένας, ο οποίος προς χάριν μου αφήκε οικίας η αδελφούς η αδελφάς η πατέρα η μητέρα η γυναίκα η χωράφια, θα λάβη εδώ εις την γην εκατό φορές περισσότερα και, το σπουδαιότερον, θα κληρονομήση την αιωνίαν ζωήν. 30 Πολλοί δε που στον κόσμον αυτόν, ένεκα των αξιωμάτων τα οποία κατέχουν και όχι δια την αρετήν των, είναι πρώτοι, εις την βασιλείαν των ουρανών θα είναι τελευταίοι και πολλοί που στον κόσμον αυτόν θεωρούνται τελευταίοι, θα είναι εκεί πρώτοι.

Το Ιερό Κήρυγμα



Ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Εὐαγγέλιο! φωνάζει ἡ ἀπιστία. Ἀδύνατον νὰ ζήσῃ σήμερα ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ νέοι, νὰ κρατήσουμε ἁ γνότητα. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔγγαμοι, νὰ ζήσουμε ἰσοβίως μὲ τὸ «Ὃ ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄν θρωπος μὴ χωριζέτω»(Ματθ. 19,6), οἱ ἄντρες μὲ μία γυναῖκα, οἱ γυναῖκες μὲ ἕναν ἄντρα.
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔμποροι, νὰ πᾶμε μὲ τὸ «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὐ οὔ» (ἔ.ἀ. 5,37).
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ πλούσιοι, νὰ τηρήσουμε τὸ «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (ἔ.ἀ.. 19,21).
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἐκδικητικοί, νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας. Ἀδύνατον τὸ ἕνα, ἀδύνατον τὸ ἄλλο, ἀδύνατον ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο.

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτες. Οὐτοπία λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο; Ὄχι· οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶνε ἀκατόρθωτες. Κι ἂν ἀκόμη βρισκόταν ἕνας μόνο καὶ ἐφήρμοζε ὅ,τι διέταξε ὁ Χριστός, ἀρκοῦσε αὐτὸς ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ πείραμα πέτυχε, ὅτι ἡ ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀποτελεῖ φαντασία.
Ὅ,τι ἔκανε ὁ ἕνας γιατί νὰ μὴν τὸ κάνουμε καὶ οἱ ἄλλοι; Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἕνας μόνο· εἶνε πολλοί, ἀναρίθμητοι ἐκεῖνοι ποὺ κάτω ἀπὸ δυσμενεῖς συνθῆκες μὲ λόγια ἔργα καὶ μαρτυρι κὸ θάνατο τήρησαν τὴν ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ λένε· «Πάντα ἰσχύομεν ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι ἡμᾶς Χριστῷ» καὶ «Μιμηταί μας γίνεσθε, καθὼς καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ»(Φιλ. 4,13. Α΄ Κορ. 11,1). Εἶνε οἱ ἅγιοι Πάν τες, τοὺς ὁ ποίους προβάλλει ἡ Ἐκ κλησία πρὸς μίμησιν.
* * * 
Οἱ ἅγιοι, ἀγαπητοί μου, δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἅγιοι. Κανείς δὲν γεννιέται ἅγιος. Σύμφωνα μὲ τὴν πεῖρα καὶ τὰ πορίσματα παρατηρήσεων καὶ πειραμάτων τῆς ἀνθρωπογνωσίας, σύμφωνα πρὸ παντὸς μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ὁ ἄνθρωπος, κάθε ἄνθρωπος, πέφτει ἀπ᾽ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του σὰν ἕνας καρπὸς ποὺ κλείνει μέσα του τὰ σπέρματα ὅλων τῶν κακιῶν, σὰν ἕνα μῖγμα εὐγενοῦς μετάλλου ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς ἀνακατεμένο μὲ ἀκάθαρ τη ὕλη.
Νά γιατί ὁ Δαυῒδ στὸν περίφημο 50ὸ ψαλμὸ τῆς μετανοίας του ὀδύρεται λέγοντας· «Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50,7).
Αὐτὸ τὸ λόγο μποροῦσαν νὰ ἐπαναλάβουν καὶ οἱ ἅγιοι Πάντες. Γεννήθηκαν κι αὐτοὶ μὲ τὴ βαρειὰ κληρονομικότητα ποὺ ἔχει τὴ ῥίζα της στὸ ἁμάρτημα τῶν πρωτοπλάστων. Ἀπὸ τὴ μολυσμένη ἐκείνη πηγὴ ἔφεραν μέσα τους τὰ μικρόβια τῆς κακίας, ποὺ μόλυνε καὶ διέφθειρε τὴν ἁγνὴ καρδιὰ ποὺ ἔδωσε ὁ Πλάστης. Γι᾽ αὐτὸ ὡς παν ανθρώπινη κραυγὴ γιὰ τὴ δηλητηρίασι τῆς καρδιᾶς, θεωρεῖται κι ὁ ἄλλος στίχος τοῦ ἴδιου ψαλμοῦ, τὸν ὁποῖο καὶ ἄπιστοι ὅπως ὁ Βολταῖρος θαύμασαν γιὰ τὸ ὕψος του· «Καρδίαν κα θαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. 50,12).

Σὰν ἄνθρωποι λοιπὸν καὶ οἱ ἅγιοι μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ, προτοῦ γνωρίσουν τὸν Σωτῆρα Χριστὸ δὲν εἶχαν καθαρὴ τὴν καρδιά· ἡ καρδιά τους ἦταν μολυσμένη ἐξ αἰτίας ὄχι μόνο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀλλὰ καὶ προσωπικῶν ἁ μαρτημάτων.
Ψέματα, κατάρες, βλασφημίες, κλοπές, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι…, νά ὁ ἀκάθαρτος ποταμὸς τῆς ζωῆς πολλῶν ἀπ᾽ αὐτούς. Ἀλλὰ κάποια εὐλογημένη στιγμή ὁ ποταμὸς τῆς ζωῆς τους ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν μυστηριώδη ἐκεῖνο ποταμὸ τοῦ Ἰεζεκιήλ (στὸ 47ο κεφ. τῆς προφητείας του).
Τὰ νερά του, ποὺ ἀναβλύζουν ἀπ᾽ τὸ Γολγοθᾶ, εἶνε θαυματουργά, ἀναζωογο νοῦν τὰ πάντα.
Σ᾽ αὐτὰ τὰ νερὰ καλεῖ ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέγοντας· «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» (Ἠσ. 1,16). Καὶ μία ἀκόμη σταγόνα τους μπορεῖ νὰ καθαρίσῃ τὸν ἄνθρωπο!
Δὲν εἶνε αὐτὸ ποίησις καὶ φαντασία δική μου. Ὅσοι ἀμφιβάλλουν ἂς ἀνοίξουν τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἂς μελετήσουν τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ θὰ δοῦν σὲ μύριες περιπτώσεις ὅτι ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ, ἀγγίζοντας τὴν καρδιὰ λῃστῶν καὶ κακούργων, τοὺς μετέβαλε.  Καὶ ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ μένει πάντοτε ἀμείωτη. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε στεῖρα· γεννᾷ καὶ σήμερα ἁγίους. Ἡ παράταξι τῶν ἁγίων δὲν ἔκλεισε, ὁ κατάλογος στὰ μητρῷα τῆς αἰωνιότητος δὲν σφραγίστηκε ἀκόμα.
Ἡ ἁγιότης δὲν σταμάτησε στὸ 50, 300, 500, 600, 1.500 μ.Χ.… Ὄχι!  Καὶ στὸν αἰῶνα μας, αἰῶνα προδρομικὸ τοῦ ἀντιχρίστου, ἡ ἁγιότης ἀνθίζει. Ἄντρες καὶ γυναῖκες βαδίζουν καὶ σή μερα στὰ ἴχνη τῶν μαρτύρων τῶν προηγουμένων γενεῶν.
Παρ᾿ ὅλες τὶς εἰρωνεῖες, τοὺς διωγμούς, τὰ μαρτύρια, δὲν προδίδουν τὴν πίστι, δὲν προσκυνοῦν τὰ νεώτερα εἴδωλα· μὲ τὸ βλέμμα στὸν οὐρανὸ ὅπως ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ἀγωνίζονται νὰ φανοῦν ἄξιοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες τῶν προγόνων ἐκείνων, ποὺ θυσίασαν τὰ πάντα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ.
Συνάντησα στὴ Βόρειο Ἑλλάδα μιὰ γερόντισσα πρόσφυγα ἀ πὸ τὸν Πόντο. Ἡ οἰκογένειά της εἶχε ἐξολοθρευθῆ. Αὐτὴ ἦρθε μόνη ἐδῶ, ἀλλὰ ἔμελλε στὰ γηρατειά της νὰ δῇ νέους διωγμοὺς ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις. «Δὲν προδίδω», μοῦ ἔλεγε, «τὴν πίστι στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν πατρίδα. Θὰ μείνω Χριστιανὴ Ἑλληνίδα. Θέλω, ὅταν πάω στὸν ἄλλο κόσμο, οἱ πρόγονοί μου ποὺ θυσιάστηκαν νὰ μὲ ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ ποῦν· Καλῶς τὴν κορούλα μας! Ἔκανες ὅ,τι κάναμε κ᾽ ἐμεῖς. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου».

Αὐτὴ ἡ μνήμη τῶν ἁγίων εἶνε τὸ ἰσχυρότερο ἐλατήριο ποὺ ὠθεῖ σὲ ἠθικὰ μεγαλουργήματα. Ἡ Ἑλλάδα εἶνε χώρα ἁγίων. Πάνω της αἰωρεῖται ἕνα φωτεινὸ νέφος μαρτύρων. Καμμιά χώρα δὲν ἔχει τόσους ἁγίους. Γι᾽ αὐτὸ ἕνας ἐκκλησι αστικὸς ῥήτωρ, ὁ Φραγκῖσκος Σκοῦφος, (17ος αἰώνας) ἔγραφε γιὰ τὴν πατρίδα μας· «Μίλησε κ᾽ ἐσύ, οὐρανέ· πὲς κ᾽ ἐσὺ μὲ τὴν ἀκτινοβόλο γλῶσσα τὶς δόξες τῆς χριστιανικῆς Ἑλλάδος.
Ποῦ εἶδες γιὰ πρώτη φορὰ ἀνθρώπους νὰ ζοῦν μέσα στὶς ἐρήμους ζωὴ τῶν ἀγγέλων καὶ ν᾽ ἀντιλαλοῦν ἀπὸ θεϊκοὺς ὕμνους ἐκεῖνα τὰ δάση ὅπου δὲν ἀκούγονται παρὰ οἱ ἄγριες φωνὲς τῶν θηρίων;
Ποῦ εἶδες τὰ πετρώδη καὶ ἄκαρπα βουνὰ νὰ βλαστάνουν ἄνθη ἀρετῶν; …
Ἀπὸ ποῦ ἔκοψες τόσους κρί νους γιὰ νὰ στολίσῃς τοὺς κήπους σου; Ἀπὸ ποῦ τρύγησες τόσα ῥόδα γιὰ νὰ εὐωδιάσῃ μ᾿ ἐκεῖ να ὁ Παράδεισος;
Ἀπὸ ποῦ μάζεψες τόσους φοίνικες, τόσες δάφνες, γιὰ νὰ ῥαντίσῃς καὶ νὰ στεφανώσῃς τὸ θρόνο τοῦ με γάλου βασιλέως; Ποιός ἐκτὸς ἀπ᾽ τὴν Ἑλλάδα σοῦ χάρισε τὰ πιὸ φωτεινὰ ἄστρα ποὺ ν᾽ ἀ στράφτουν στὸ στερέωμά σου;…
Ἂν ὁ Ἑωσφόρος σὲ γύμνωσε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, τὸ Ἑλληνικὸ γένος σοῦ ἔδωσε τόσους ἁγίους ποὺ δὲν φαίνεσαι πλέον οὐρανός, ἀλλά, χωρὶς ὑπερβολή, φαίνεσαι ὅλος ὅλος μία Ἑλλάδα».
* * *
Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, ἐπίτρεψέ μου νὰ σὲ ρωτήσω· Πιστεύεις στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν; πιστεύεις ἀπόλυτα; Ἐὰν ναί, τότε, ὅσο σκληρὲς κι ἂν εἶνε οἱ συνθῆκες, μὴν πῇς «Ἀδύνατον νὰ ζήσω κατὰ Χριστόν». Ὄχι. Μακριὰ ἡ δειλία! Μπορεῖς νὰ δώσῃς μαρτυρία Χριστοῦ, ὅποιο κι ἂν εἶνε τὸ ἔργο καὶ τὸ ἐπάγγελμά σου.
῾Ρίξε ἕνα βλέμμα στὴν παράταξι τῶν ἁγίων Πάντων, καὶ θὰ διακρίνῃς συναδέλφους σου. Ὑπάρχουν ἅγιοι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα· ὅλοι ἔζησαν κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου ποὺ εἶπε «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. 20,28). Ἂν εἶ σαι κληρικός, δὲς ἱεράρχας, πρεσβυτέρους καὶ διακόνους.
Ἂν εἶσαι ἐγγράμματος, δὲς τοὺς Βασιλείους, Γρηγορίους καὶ Χρυσοστόμους. Ἂν εἶσαι ἀξιωματικὸς ἢ στρατιώτης, δὲς τοὺς ἁγ. Δημητρίους, Γεωργίους, Θεοδώρους.
Οἱ γεωργοὶ ἔχουν τοὺς ἁγ. Τρύφωνα, Παῦλο τὸν ἁπλοῦν· οἱ βοσκοὶ τοὺς ἁ γ. Σπυρίδωνα, Σῴζοντα, Βλάσιο καὶ τοὺς ποιμένας τῆς Βηθλεέμ· οἱ κηπουροὶ τὸν ἅγ. Φωκᾶ, οἱ μάγειροι τὸν ἅγ. Εὐφρόσυνο, οἱ ῥάφτες καὶ οἱ βαφεῖς τὸν ἅγ. Μένιγνο, οἱ ὑποδηματοποιοὶ τὸν ἅγ. Ζαχαρία, οἱ ζωγράφοι τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ καὶ τὸν ὅσιο Ζαχαρία, οἱ χαράκτες τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸ νηστευτή, οἱ διδάσκαλοι τὸν ἅγ. Ἀρσένιο, οἱ γιατροὶ τοὺς ἁ γ. Ἀναργύρους καὶ τὸν ἅγ. Παν τελεήμο να, οἱ ἀστρονόμοι τοὺς τρεῖς μάγους, οἱ ἄρχον τες τοὺς ἁγ. Ἀμβρόσιο, Φιλογόνιο καὶ Ἀρτέμιο, οἱ δικασταὶ τοὺς ἁγ. Διονύσιο ἀρεοπαγίτη καὶ Ἱερόθεο, οἱ βουλευταὶ τὸν εὐ σχήμονα Ἰωσήφ,… καὶ οἱ βασιλεῖς τοὺς ἁγ. Κωνσταντῖνο καὶ Ἑλένη.

Παντοῦ ἁπλώνεται ἡ ἁγιότης, γιὰ ν᾿ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ Χριστιανός, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρετῇ, παρὰ τὰ ἐμπόδια, λαμβάνει ἄνωθεν δύναμι νὰ ζῇ τὴ μυστικὴ ἁγία ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Συγκινητικὰ παραδείγματα βρίσκουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων, ποὺ δείχνουν ὅτι μέσα καὶ στὴν πιὸ διεφθαρμένη κοινωνία εἶνε δυνατὸν ν᾽ ἀνθήσουν τὰ ἄνθη τῆς ἀρετῆς. Διότι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (῾Ρωμ. 8,28).

Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἐσεῖς ἀγαπήσατε μὲ θεῖο ἔρωτα πάνω ἀπὸ κάθε ἐγκόσμιο τὸν Χριστό, ἀγωνιστήκατε στὴ γενεά σας καὶ νικήσατε. Καὶ τώρα παρακολουθεῖτε τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγει ἡ σημερινὴ γενεὰ τῶν Χριστιανῶν ἐναντίον τοῦ ἀντιχρίστου.
Μεγαλύτεροι ἀδελφοί μας· σπεύ- σατε, σᾶς παρακαλοῦμε, νὰ μᾶς βοηθήσετε. Μὴ παύσετε νὰ προσεύχεσθε, ὁ Κύριος νὰ δώσῃ τὴ νίκη σ᾽ ἐκείνους πού, ὅπως κ᾽ ἐσεῖς, ἀγωνίζονται ὑπὸ τὴν σκέπη τοῦ τιμίου σταυροῦ· ἀμήν.

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 4 Ιουνίου 2017 (Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστής)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52
37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12
12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Απόδοση στη Νεοελληνική ( Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52
37 Κατά την τελευταίαν δε μεγάλην ημέραν της εορτής εστάθη ο Ιησούς και με ισχυράν φωνήν είπεν· “εάν κανείς διψά πνευματικά και αιώνια αγαθά, λύτρωσιν, ειρήνην και χαράν, ας έλθη κοντά μου και ας πίνη την αλήθειαν που προσφέρω, δια να ικανοποιηθούν έτσι οι πλέον βαθείς και ευγενείς πόθοι του. 38 Εκείνος που πιστεύει εις εμέ, όπως είπε και η Γραφή, θα γίνη αστείρευτος πνευματική πηγή· και από την καρδίαν του θα αναβλύζουν και θα τρέχουν ποταμοί από ολόδροσο τρεχούμενο νερό”. 39 Αυτό δε είπε ο Κυριος δια το Αγιον Πνεύμα, το οποίον έμελλον να λάβουν όσοι θα επίστευον εις αυτόν, διότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος, που αναγεννά και σώζει, δεν είχε ακόμη δοθή εις κανένα, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθή με την μεγάλην θυσίαν και με την ένδοξον ανάληψίν του. 40 Πολλοί, λοιπόν, από τον λαόν, όταν ήκουσαν την διδασκαλίαν αυτήν, έλεγαν· “αυτός είναι πράγματι ο προφήτης, που έχει προαναγγείλει ο Μωϋσής. 41 Αλλοι έλεγαν· “αυτός είναι πράγματι ο Χριστός”. Αλλοι έλεγαν· “δεν είναι ο Χριστός, διότι μήπως από την Γαλιλαίαν θα έλθη ο Χριστός; 42 Δεν είπε η Γραφή, ότι ο Χριστός κατάγεται από το γένος του Δαυΐδ και έρχεται από το χωρίον Βηθλεέμ, όπου εγεννήθη και έζησεν ο Δαυΐδ;” 43 Εγινε, λοιπόν, αντιγνωμία και διαίρεσις μεταξύ του λαού εξ αιτίας αυτού. 44 Μερικοί δε από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε επάνω του το χέρι. 45 Επέστρεψαν, λοιπόν, οι υπηρέται στους αρχιερείς και Φαρισαίους, χωρίς να έχουν συλλάβει τον Χριστόν και τους είπαν εκείνοι· “διατί δεν τον εφέρατε εδώ;” 46 Απεκρίθησαν οι υπηρέται· “ποτέ μέχρι σήμερα άλλος άνθρωπος δεν εδίδαξε έτσι, όπως διδάσκει αυτός ο άνθρωπος”. 47 Απεκρίθησαν τότε οι Φαρισαίοι εις αυτούς· “μήπως και σεις έχετε παρασυρθή από αυτόν εις την πλάνην; 48 Μηπως επίστευσεν εις αυτόν κανείς από τους άρχοντας η από τους Φαρισαίους; Κανείς δεν επίστευσε, διότι αυτοί μόνοι γνωρίζουν την αλήθειαν και έχουν ορθή κρίσιν. 49 Αλλά επίστευσεν αυτός ο αγράμματος όχλος, που δεν γνωρίζει τον νόμον και δι' αυτό είναι καταράμενοι!” 50 Λεγει τότε προς αυτούς ο Νικόδημος, που ήτο ένας από αυτούς και ο οποίος είχεν επισκεφθή νύκτα τον Χριστόν· 51 “μήπως ο νόμος μας καταδικάζει τον άνθρωπον, εάν ο δικαστής δεν ακούση πρώτον από αυτόν την απολογίαν του και μάθη τι έχει κάμει;” 52 Απήντησαν και του είπαν· “μήπως και συ είσαι από την Γαλιλαίαν; Ερεύνησε και μάθε, ότι προφήτης δεν έχει έως τώρα βγη από την Γαλιλαίαν”. (Η αξία του ανθρώπου δεν έγκειται στον τόπον καταγωγής, αλλά εις την αρετήν και τα έργα του).

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12
12 Παλιν, λοιπόν, ωμίλησε προς αυτούς ο Ιησούς λέγων· “εγώ είμαι το φως όλου του κόσμου, εκείνος που με ακολουθεί πιστά δεν θα περιπατήση στο σκότος με άμεσον τον κίνδυνον να κρημνισθή εις τα βάραθρα, αλλά θα έχη το πνευματικόν φως που ακτινοβολείται από τον Θεόν, την πηγήν της ζωής.

Το Ιερό Κήρυγμα



ΚΥ­ΡΙ­Α­ΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ 

Ἡ ἑ­ορ­τή τῆς Πε­ντη­κο­στῆς εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς με­γα­λύ­τε­ρες ἑ­ορ­τές τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἔ­τους. Κατ᾿ αὐ­τήν ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Θε­οῦ γι­ά τήν ἔ­λευ­ση τοῦ Πα­ρα­κλή­του, τοῦ τρί­του Προ­σώ­που τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, καί πρα­γμα­το­ποι­ή­θη­κε ἡ ἐ­πί­ση­μη φα­νέ­ρω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στόν κό­σμο καί τήν Ἱ­στο­ρί­α.

Ἡ σω­τη­ρι­ώ­δης ὑ­πό­σχε­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Θε­οῦ γι­ά τόν ἐρ­χο­μό τοῦ Σω­τῆ­ρα Χρι­στοῦ. Ἡ ὑ­πό­σχε­ση τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ γι­ά τόν ἐρ­χο­μό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ Κύ­ρι­ος, με­τά τόν Μυ­στι­κό Δεῖ­πνο, μί­λη­σε στούς Μα­θη­τάς καί Ἀ­πο­στό­λους γι­ά τόν ἄλ­λο Πα­ρά­κλη­το πού θά εἶ­ναι συ­νή­γο­ρος καί πα­ρη­γο­ρι­ά τους. Λί­γο πρίν ἀ­πό τήν Ἀ­νά­λη­ψή Του, εἶ­πε: «Σᾶς ἀ­πο­στέλ­λω τήν ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Πα­τρός μου· κι ἐ­σεῖς νά κα­θί­σε­τε στήν πό­λη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μέ­χρις ὅ­του ἐν­δυ­θῆ­τε τήν ἐξ ὕ­ψους δύ­να­μη». Κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς ἦλ­θε τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, πού ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό Πα­τέ­ρα καί στέλ­λε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό-Υἱ­ό, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, καί φα­νέ­ρω­σε τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό Ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα «ὅ­λον συ­γκρο­τεῖ τὸν θε­σμὸν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας».

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς στό Ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα μᾶς πε­ρι­γρά­φει τά αἰ­σθη­τά ση­μεῖ­α τῆς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος: «Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς, ἦ­ταν ὅ­λοι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι μα­ζί συ­νη­γμέ­νοι στό ἴ­δι­ο μέ­ρος. Ξα­φνι­κά ἦρ­θε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό μι­ά βο­ή, σάν νά φυ­σοῦ­σε δυ­να­τός ἄ­νε­μος, καί γέ­μι­σε ὅ­λο τό σπί­τι ὅ­που κα­θό­ταν. Τό­τε τούς πα­ρου­σι­ά­σθη­καν γλῶσ­σες σάν φλό­γες φω­τι­ᾶς πού δι­α­μοι­ρά­ζο­νταν καί κά­θι­σαν ἀ­πό μί­α στόν κα­θέ­να ἀπ᾿ αὐ­τούς».

Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐκ­δη­λώ­θη­κε μέ πύ­ρι­νες γλῶσ­σες. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος πα­ρα­τη­ρεῖ: «Καὶ κα­λῶς εἶ­πε, δι­α­με­ρι­ζό­με­ναι. Ἐκ μι­ᾶς γὰρ ἦν ρί­ζης, ἵ­να μά­θῃς ὅ­τι ἐ­νέρ­γει­ά ἐ­στιν ἀ­πό τοῦ Πα­ρα­κλή­του πεμ­φθεῖ­σα». Τό πῦρ-φῶς εἶ­ναι τό κατ᾿ ἐ­ξο­χήν ση­μεῖ­ο τῆς ἐμ­φα­νεί­ας καί πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ στούς ἀν­θρώ­πους. Πρῶ­τα ἐκ­πέ­μπε­ται ἑ­νι­αί­α δέ­σμη πυ­ρός καί δι­α­μοι­ρά­ζε­ται «ἐφ᾿ ἕ­να ἕ­κα­στον αὐ­τῶν», ἐν εἴ­δει γλωσ­σῶν. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ση­μει­ώ­νει ὅ­τι τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα φα­νε­ρώ­θη­κε μέ τό σχῆ­μα τῆς γλώσ­σης, γι­ά νά δεί­ξη «τήν συγ­γέ­νει­ά Του μέ τόν Λό­γο τοῦ Θε­οῦ» καί συγ­χρό­νως γι­ά τήν «χά­ριν τῆς δι­δα­σκα­λί­ας».

Πρά­γμα­τι, ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος δέν εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τήν ο­ἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Χρι­στός ἀ­πο­στέλ­λει τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα καί τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα μορ­φώ­νει τόν Χρι­στό «ἐν ταῖς καρ­δί­αις ἡ­μῶν». Ἐ­πί­σης, γρά­φε­ται στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων «γλῶσ­σες ὡ­σεί πυ­ρός», γι­ά νά μή νο­μί­σου­με ὅ­τι τό πῦρ αὐ­τό ἦ­ταν αἰ­σθη­τό καί ὑ­λι­κό.

Ἀ­μέ­σως μέ τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος δό­θη­κε στούς Ἀ­πο­στό­λους τό χά­ρι­σμα τῆς γλωσ­σο­λα­λι­ᾶς, πού ἦ­ταν ὑ­περ­φυ­σι­κή ἐκ­δή­λω­ση καί ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἔ­κτα­κτο χά­ρι­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τό γε­γο­νός εἶ­ναι ὅ­τι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­γι­ναν ὄρ­γα­να τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος, «ἐ­νερ­γοῦ­ντά τε καὶ κι­νού­με­να κα­τὰ θέ­λη­σιν Ἐ­κεί­νου καὶ δύ­να­μιν». Τό χά­ρι­σμα τῆς γλωσ­σο­λα­λι­ᾶς εἶ­ναι μι­ά μορ­φή προ­σευ­χῆς πού δο­ξά­ζει τόν Θε­ό καί μι­ά μορ­φή προ­φη­τεί­ας πού ἀ­ναγ­γέ­λει στούς ἀν­θρώ­πους τά με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, στήν Βα­βέλ χω­ρί­σθη­καν οἱ γλῶσ­σες τῶν ἀν­θρώ­πων, ἐ­νῶ στήν Πε­ντη­κο­στή ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν γλωσ­σῶν. Μέ τό Πα­νά­γι­ο Πνεῦ­μα ἀ­πο­κτοῦ­με τήν ἑ­νό­τη­τα καί ἀ­πο­κτοῦ­με κοι­νή γλῶσ­σα. Αὐ­τήν τήν κοι­νή γλῶσ­σα μι­λοῦ­σαν καί μι­λοῦν οἱ Ἅ­γι­οι, ὁ­που­δή­πο­τε καί ὁ­πο­τε­δή­πο­τε καί ἄν ἔ­ζη­σαν.

Ὅ­μως καί σή­με­ρα ἐ­πι­κρα­τεῖ στίς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες ἡ κα­τά­στα­ση τῆς Βα­βέλ. Ὅ­λοι πα­σχί­ζουν νά κα­τα­σκευ­ά­σουν μέ τόν ἐ­γω­ϊ­σμό τους τόν πύρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας καί μπερ­δεύ­ο­νται με­τα­ξύ τους. Ἀ­κού­γο­νται δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες-ἀ­πό­ψεις πού δη­μι­ουρ­γοῦν σύγ­χυ­ση. Ἀ­κό­μη καί ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στι­α­νοί, ἀ­φοῦ δέν ἔ­χου­με ἀ­πο­κτή­σει τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μι­λοῦ­με ἀ­κα­τα­νό­η­τα. Δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με τήν γλῶσ­σα τῶν Ἁ­γί­ων μας, δέν ἀ­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τήν γλῶσ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἑρ­μη­νεύ­ου­με αὐ­θαί­ρε­τα τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, δη­μι­ουρ­γώ­ντας ἔ­τσι σύγ­χυ­ση μέ­σα μας καί με­τα­ξύ μας.

Σή­με­ρα, λοι­πόν, πού ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν ἐ­πι­φοί­τη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρέ­πει νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με ὅ­τι ἡ Πε­ντη­κο­στή εἶ­ναι ἕ­να συ­νε­χές καί πα­ρα­τει­νό­με­νο θαῦ­μα. Ὁ Πα­ρά­κλη­τος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά εἶ­ναι πα­ρών στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐν δυ­νά­μει δω­ρε­ά πού λά­βα­με κα­τά τό Βά­πτι­σμα πρέ­πει νά γί­νη ἐ­νερ­γη­τι­κή καί ζῶ­σα με­το­χή στόν πλοῦ­το τῶν χα­ρι­σμά­των τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Ἀ­δελ­φοί μου, σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μᾶς κα­λεῖ νά γο­να­τί­σου­με καί νά προ­σευ­χη­θοῦ­με θερ­μά στό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, νά κα­τα­σκη­νώ­ση μέ­σα στήν καρ­δι­ά μας, νά τήν με­τα­μορ­φώ­ση καί νά τήν ἁ­γι­ά­ση.

«Ἐλ­θέ, τό φῶς τό ἀ­λη­θι­νόν, ἐλ­θέ ἡ αἰ­ώ­νι­ος ζω­ή, ἐλ­θέ τό ἀ­πο­κε­κρυμ­μέ­νον μυ­στή­ρι­ον.­.­.­.­». ΑΜΗΝ.

ΠΗΓΗ

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Μαΐου 2017(Ἐν ᾗ μνείαν ποιούμεθα τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῶν συγκροτησάντων αὐτήν 318 θεοφόρων Πατέρων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13
1 Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς. 

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

 

 

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13
1 Αυτά είπεν ο Ιησούς προς τους μαθητάς του και έπειτα εσήκωσε τα μάτια του στον ουρανόν και είπε· “Πατερ έφθασεν η ώρα, την οποίαν η αγαθότης και η σοφία σου ώρισε. Δοξασε και ως άνθρωπον τον Υιόν σου, ο οποίος βαδίζει προς την θυσίαν, δια να σε δοξάση και ο Υιός σου με τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων, τα οποία δια της λυτρωτικής του θυσίας θα πιστεύσουν εις σε και θα σωθούν. 2 Δοξασε τον, όπως άλωστε και τον εδόξασες έως τώρα, διότι του έδωκες εξουσίαν επί όλης της ανθρωπότητος, δια να δώση εις όλους αυτούς, που του έδωκες, ζωήν αιώνιον. 3 Αυτή δε είναι η αιώνιος ζωη, να γνωρίζουν οι άνθρωποι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, να απολαμβάνουν τας απείρους τελειότητάς σου με την στενήν επικοινωνίαν και αγάπην προς σε, να γνωρίζουν δε επίσης και τον Ιησούν Χριστόν, που έστειλες στον κόσμον. 4 Εγώ με την ζωήν και το έργον μου σε εδόξασα εις την γην. Εκαμα γνωστόν το όνομά σου στους ανθρώπους και με την σταυρικήν μου θυσίαν την οποίαν μετ' ολίγον προσφέρω, ετελείωσα το έργον, το οποίον μου έδωκες να πραγματοποιήσω. 5 Και τώρα, δόξασέ με και συ, Πατερ, πλησίον σου με την δόξαν την οποίαν είχα κοντά σου, πριν άκομα λάβη ύπαρξιν από σε ο κόσμος. 6 Εφανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους, τους οποίους συ επήρες από τον κόσμον και μου τους έδωκες ως μαθητάς μου. Ησαν ιδικοί σου, σύμφωνα με την αγαθήν διάθεσιν που είχαν, και συ τους έδωκες εις εμέ, και αυτοί εφύλαξαν την εντολήν σου. 7 Τωρα έμαθαν καλύτερα ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από σε. 8 Την γνώσιν των και πεποίθησιν αυτήν μαρτυρεί και το γεγονός ότι τους λόγους, που μου έδωκες, τους έδωσα εις αυτούς και αυτοί τους εδέχθησαν και εσχημάτισαν την βεβαίαν γνώσιν και πεποίθησιν, ότι πράγματι εγώ εγεννήθηκα και εβγήκα στον κόσμον από σε και επίστευσαν ότι συ με έστειλες. 9 Εγώ ειδικώς δι' αυτούς σε παρακαλώ τώρα ως μέγας αρχιερεύς και μεσίτης· δεν σε παρακαλώ δια τον κόσμον τον αμαρτωλόν και άπιστον, αλλά δι' αυτούς που μου έδωκες, διότι εξακολουθούν να είναι και θα είναι ιδικοί σου. 10 Αλλωστε όλα τα ιδικά μου είναι ιδικά σου και τα ιδικά σου είναι ιδικά μου. Και αυτοί οι μαθηταί μου ήσαν ιδικοί σου και έγιναν ιδικοί μου και εξακολουθούν να είναι ιδικοί σου. Και εγώ έχω δοξασθή εν μέσω αυτών, οι οποίοι με εγνώρισαν ως Υιόν σου και Θεόν. 11 Και δεν είμαι πλέον στον κόσμον αυτόν αισθητώς μεταξύ των με το σώμα μου, και αυτοί είναι στον κόσμον, δια να εκπληρώσουν την υψηλήν αποστολήν των. Και εγώ έρχομαι προς σε. Πατερ άγιε, φύλαξέ τους με την θείαν σου δύναμιν και αγάπην, αυτούς τους οποίους συ μου έδωκες, ώστε να είναι ενωμένοι μεταξύ των εις ένα πνευματικόν σώμα, όπως είμεθα ημείς. 12 Οταν ήμουν μαζή των στον κόσμον, εγώ τους επροφύλασσα με την ιδικήν σου ακαταγώνιστον δύναμιν και προστασίαν. Εφύλαξα αυτούς που μου έδωκες και κανένας από αυτούς δεν εχάθηκε, παρά μόνον ο υιός της απωλείας, ο προδότης, δια να εκπληρωθούν έτσι και αι προφητείαι της Γραφής. 13 Τωρα όμως έρχομαι προς σε και ενώ ευρίσκομαι ακόμη στον κόσμον, λέγω αυτά, δια να τα ακούσουν και οι ίδιοι, ώστε να έχουν την ιδικήν μου τελείαν χαράν ολόκληρον και πλήρη έντος αυτών. 

Το Ιερό Κήρυγμα






Κατά τήν ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν μνήμη τῶν ἁγίων 318 θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος συνεκλήθη, ὡς γνωστόν, ἀπό τόν πρῶτο χριστιανό αὐτοκράτορα, τόν Κωνσταντῖνο, στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τόν Μάϊο τοῦ ἔτους 325, κατεδίκασε τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου καί ἀνεκήρυξε τόν Χριστό Θεό, ὁμοούσιο πρός τόν Πατέρα. Στίς 29 Μαΐου βρίσκομε σέ πολλά χειρόγραφα νά σημειώνεται ἡ μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου αὐτῆς.

Ὁ ἑορτασμός τῆς μνήμης των κατά τήν παροῦσα Κυριακή ὀφείλεται, ὅπως εἶναι φανερό, στό γνωστό καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις ἔθος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, νά μεταθέτῃ σέ Κυριακές τίς μνῆμες τῶν μεγάλων ἁγίων. Ἡ ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή δέν εἶχε ἰδιαίτερο ἑορτολογικό θέμα καί προτιμήθηκε ὡς ἡ καταλληλοτέρα καί ἡ πλησιεστέρα πρός τήν μνήμη τῶν Πατέρων γιά νά μεταφερθῇ σ᾽ αὐτήν ὁ ἑορτασμός των.

Τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων θά ἀκούσωμε μαζί μέ τήν συνήθη ἀναστάσιμο ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς νά συμπλέκωνται τροπάρια μεθέορτα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού ἑωρτάσαμε, ἀλλά καί προεόρτια τῆς ἑορτῆς πού θά πανηγυρίσωμε μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς. Ἔτσι Ἀνάστασις, Ἀνάληψις, Πεντηκοστή καί Πατέρες ἀπό κοινοῦ θά ὑμνηθοῦν αὐτήν τήν ἐνδιάμεσα τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν Κυριακή. Παρ᾽ ὅλα τά ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσυμβίβαστα αὐτά ἑορτολογικά θέματα, δέν λείπει ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς μία σχετική ἁρμονία, πού τήν συνθέτουν ἀκριβῶς οἱ διαφορές καί οἱ ἀντιθέσεις τῶν ἐπί μέρους θεμάτων. Ἄν μάλιστα τήν τοποθετήσωμε στό ὅλο πλαίσιο τοῦ Πεντηκοσταρίου θά διακρίνωμε μέ πόση νηφαλία κρίσι καθωρίσθη ἡ διαδοχή αὐτή τῶν ἑορτῶν ἀπό τούς συντάκτας τοῦ ἑορτολογίου μας. Χάρις, πράγματι, στά θέματα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ δημιουργία ἑνός μεταβατικοῦ σταθμοῦ μεταξύ τῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἑωρτάσαμε καί ἐκείνης πού ἐπίκειται.
Μέ τήν μνήμη ἐξ ἄλλου τῶν Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου τονίζεται ἡ πιστότης τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀληθινή καί ὀρθή διδασκαλία, ὅπως τήν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου καί ὅπως τήν εἶδε ἀνάγλυφη στό ὅλο σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει καί τό συναξάριο τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων. «Τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζομεν δι᾽ αἰτίαν τοιαύτην. Ἐπειδή γάρ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τήν καθ᾽ ἡμᾶς φορέσας σάρκα, τήν οἰκονομίαν ἅπασαν ἀρρήτως ἐνήργησε καί πρός τόν πατρῷον ἀποκατέστη θρόνον, θέλοντες δεῖξαι οἱ ἅγιοι ὅτι ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐγένετο ἄνθρωπος καί τέλειος ἄνθρωπος Θεός ἀνελήφθη καί ἐκάθισε ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς, καί ὅτι ἡ σύνοδος αὕτη τῶν ἁγίων Πατέρων οὕτως αὐτόν ἀνεκήρυξε καί ἀνωμολόγησεν ὁμοούσιον καί ὁμότιμον τῷ Πατρί. τούτῳ τῷ λόγῳ μετά τήν ἔνδοξον Ἀνάληψιν τήν παροῦσαν ἐθέσπισαν ἑορτήν, ὡσανεί τόν σύλλογον τῶν τοσούτων Πατέρων προβιβάζοντες τοῦτον δή ἐν σαρκί ἀναληφθέντα Θεόν ἀληθινόν καί ἐν σαρκί τέλειον ἄνθρωπον ἀνακηρυττόντων».

Στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Ι’- ΙΑ’ αἰῶνα ἑώρταζαν τήν Κυριακή αὐτή ἐκτός ἀπό τούς Πατέρας τῆς Α’ καί τούς ἄλλους Πατέρας τῶν ἕξ οἰκουμενικῶν Συνόδων, προφανῶς γιά τόν ἴδιο λόγο. γιά νά παρασταθῇ δηλαδή ἡ ἑνότης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ἡ συνέπειά της πρός τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Λείψανο τοῦ κοινοῦ αὐτοῦ ἑορτασμοῦ βρίσκομε στό δοξαστικό τῆς λιτῆς τῆς ἀκολουθίας. Σ᾽ αὐτό ἐκτός ἀπό τόν Ἄρειο ἀπαριθμοῦνται καί ὁ Μακεδόνιος, ὁ Νεστόριος, ὁ Εὐτυχής, ὁ Σαβέλλιος καί ὁ Σεβῆρος, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων κατεδικάσθη ἀπό τάς ἄλλας Οἰκουμενικάς Συνόδους. Τελικά ὅμως ἡ ἑορτή διετήρησε μόνον τό ἀρχικό της θέμα, τήν μνήμη τῶν 318 Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἀπό τό ὅλο λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας θά σταθοῦμε στά δύο ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ καί στά δύο τῆς θείας λειτουργίας. Τά δύο πρῶτα εἶναι παρμένα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἔχουν δέ σημασία, γιατί στά ἐπεισόδια στά ὁποῖα ἀναφέρονται ἐκεῖ διεῖδε ἡ Ἐκκλησία τόν τύπο τῶν Πατέρων καί τόν ρόλο των στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Στό πρῶτο, ἀπό τήν Γένεσι, κεφάλαιο 14, 14-20, περιγράφεται ἡ θαυμαστή νίκη τοῦ Ἀβραάμ, πού ἐπί κεφαλῆς τῶν 318 «οἰκογενῶν» του κατετρώπωσε τούς ἑπτά περιοίκους βασιλεῖς, ἀπηλευθέρωσε τούς αἰχμαλώτους καί ἐδέχθη γιά τήν νίκη του τήν εὐλογία τοῦ βασιλέως τῆς Σαλήμ, τοῦ Μελχισεδέκ. Καί οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 318 καί ἐκεῖνοι ὅπως οἱ δοῦλοι τοῦ Ἀβραάμ, θεῖο στρατόπεδο – θεία παρεμβολή καί αὐτοί, κατατροπώνουν μέ τήν ἀδάμαστο μαχητικότητά τους τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ. Συντρίβουν τήν αἵρεσι καί ἀπελευθερώνουν τούς ἁρπαγέντας ἀπό αὐτήν πιστούς.
Στό δεύτερο ἀνάγνωσμα, Δευτερονομίου 1, 8-17, ὁ Μωυσῆς ἀφηγεῖται πῶς ἐξέλεξε ἀπό τό λαό «ἄνδρας σοφούς καί ἐπιστήμονας καί συνετούς» καί ἀνέθεσε σ᾽ αὐτούς τήν καθοδήγησι, τήν διακυβέρνησι τοῦ λαοῦ. Καί αὐτοί εἶναι τύπος τῶν Πατέρων, στούς ὁποίους ὁ Κύριος ἐνεπιστεύθη τήν διαποίμανσι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπάνω σ᾽ ἐκείνους ἐμερίσθη τό πνεῦμα τοῦ Μωυσέως. Σ᾽ αὐτούς μερίζει τό Πνεῦμα τό ἅγιον τά χαρίσματα τῆς σοφίας καί τῆς ὀρθῆς κρίσεως στά ἑκάστοτε ἀναφυόμενα στήν Ἐκκλησία διαφιλονικούμενα θέματα. Καί ἐδῶ ἡ κρίσις εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Τά δύο πάλι ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας μᾶς μεταφέρουν ἀπό τήν σκιά καί τήν εἰκόνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἀλήθεια τῆς Καινῆς. Τό πρῶτο εἶναι ἀπό τίς Πράξεις καί τό δεύτερο ἀπό τό Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, κατά τό σύστημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλίων αὐτῶν κατά τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ὁ Παῦλος καλεῖ τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου στήν Μίλητο, ἀπό ὅπου περνοῦσε ἐπιστρέφοντας στά Ἱεροσόλυμα.
Οἱ λόγοι του ἦσαν προφητικοί καί ἀνεφέροντο στό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐθύνη τῶν ποιμένων γιά τήν περιφρούρησι τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ λόγοι ἀπετέλεσαν καί τό ἔμβλημα τῶν Πατέρων καί ὑπέκαυσαν τήν ἀνύστακτο φροντίδα των γιά τήν ὀρθή πίστι καί τήν ἀκεραιότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν. Διό γρηγορεῖτε… Καί τά νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καί τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ» (Πράξ. 20, 16-18, 26-36).
Καί τέλος ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου, Ἰωάννου 17, 1-13, ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζει τόν Κύριο δεόμενο γιά τούς μαθητάς, γιά τήν Ἐκκλησία Του. Εἶναι ἐκεῖνοι πού Τοῦ ἐδόθησαν ἀπό τόν Πατέρα, πού ἐνῷ ἐκεῖνος θά φύγῃ ἐκεῖνοι θά μείνουν στόν κόσμο. Πού ἔχουν ἀνάγκη τῆς προστασίας τοῦ Πατρός γιά νά διατηρηθοῦν πιστοί στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πού πρέπει νά εἶναι «ἕν» ὅπως εἶναι ὁ Υἱός μέ τόν Πατέρα, γιά νά εἶναι ἡ μαρτυρία των ἀληθινή μέσα στόν κόσμο. Ὁ Χριστός τούς φύλαξε. ἕνας μόνο χάθηκε, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας. Καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας βρέθηκαν υἱοί ἀπωλείας. Ἀλλά οἱ Πατέρες τήρησαν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί κράτησαν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτόν λοιπόν τόν θεοτίμητο χορό τῶν ἁγίων Πατέρων πού μαζεύτηκε ἀπό τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί ἐδογμάτισε τήν ὀρθή σχέσι τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα, τό «ὁμοούσιον», καί διετύπωσε καί παρέδωκε τήν ὀρθή πίστι στήν Ἐκκλησία, μακαρίζομε. Ἀπό τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς νά δοῦμε τό χαρακτηριστικώτερο, τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ’ ἤχου, περίφημο γιά τήν σύνθεσί του καί γιά τήν μελῳδία του:
«Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καί φύσιν καί τό μυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ. οὕς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ὤ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου. ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος. τῆς μυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι. τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου. τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου. Νικαίας τό καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».









Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Μαΐου 2017 (Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ)

Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 - 38
1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 - 38
1 Και καθώς επερνούσεν ο Κυριος κάποιον δρόμον της πόλεως, είδε ένα τυφλόν εκ γενετής. 2 Και τον ηρώτησαν οι μαθηταί του, λέγοντες· “Διδάσκαλε, ποιός ημάρτησε, αυτός η οι γονείς του, δια να γεννηθή τυφλός; (Το πρώτο είναι αδύνατον, το δεύτερον είναι άδικον. Τοτε διατί εγεννήθη τυφλός;)” 3 Απήντησεν ο Ιησούς· “ούτε αυτός ημάρτησε ούτε οι γονείς του. Αλλά εγεννήθη τυφλός, δια να φανερωθούν, με την θαυματουργικήν θεραπείαν, τα έργα του Θεού. 4 Εγώ πρέπει να εργάζωμαι τα έργα του Θεού, ο οποίος με έστειλεν στον κόσμον, έως ότου είναι ημέρα. Ερχεται η νύκτα δηλαδή η εκδημία από τον κόσμον αυτόν, κατά την οποίαν κανείς πλέον από τους ανθρώπους δεν ημπορεί να πραγματοποιή έργα. 5 Εγώ, εφ' όσον ευρίσκομαι στον κόσμον, είμαι φως του κόσμου με την διδασκαλίαν μου, με τα θαύματά μου, με την ζωήν μου”. 6 Αφού δε είπε αυτά έπτυσε κάτω, έκαμε πηλόν και έβαλε τον πηλόν στους οφθαλμούς του τυφλού 7 και του είπε· “πήγαινε και νίψου εις την δεξαμενήν του Σιλωάμ”-αυτό το όνομα μεταφράζεται εις την ελληνικήν απεσταλμένος. Επήγε τότε εκείνος και ενίφθη και ήλθε στο σπίτι του βλέπων. 8 Οι γείτονες, λοιπόν, και όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήτο τυφλός, έλεγαν· “δεν είναι αυτός, που εκάθητο και εζητούσε ελεημοσύνην;” 9 Αλλοι έλεγαν ότι “αυτός είναι”. Αλλοι δε ότι “κάποιος άλλος , όμοιος με αυτόν είναι”. Εκείνος όμως έλεγεν ότι “εγώ είμαι, ο τέως τυφλός”. 10 Τοτε τον ερωτούσαν εκείνοι “πως ανοίχθησαν και εθεραπεύθηκαν τα μάτια σου;” 11 Απεκρίθη εκείνος και είπεν· “ένας άνθρωπος, λεγόμενος Ιησούς, έκαμε πηλόν, μου άλειψε τους οφθαλμούς και μου είπε· Πηγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Επήγα, ενίφθηκα και απέκτησα το φως μου”. 12 Του είπαν· “που είναι εκείνος;” Τους λέγει· “δεν ξέρω”. 13 Οδηγούν τότε τον τέως τυφλόν προς τους Φαρισαίους. 14 Ητο δε Σαββατον, όταν ο Ιησούς έκαμε τον πηλόν και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. 15 Οι Φαρισαίοι τον ηρώτησαν και αυτοί πάλιν, πως απέκτησεν το φως του. Εκείνος δε τους είπεν· “ένας άνθρωπος έβαλε πηλόν επάνω εις τα μάτια μου και εγώ ενίφθηκα και τώρα βλέπω”. 16 Ελεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους· “αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεόν, διότι δεν τηρεί την αργίαν του Σαββάτου”. Αλλοι έλεγαν· “πως είναι δυνατόν ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνη τέτοια καταπληκτικά θαύματα;” Διχογνωμία και διαίρεσις έγινε μεταξύ των. 17 Λεγουν πάλιν στον τυφλόν· “συ τι λέγεις δια τον άνθρωπον αυτόν; Ζητούμεν την γνώμην σου, διότι τους ιδικούς σου οφθαλμούς άνοιξε”. Εκείνος απήντησεν· “λέγω, ότι είναι προφήτης”. 18 Δεν επίστευσαν οι Ιουδαίοι δι' αυτόν ότι ήτο τυφλός και εθεραπεύθη, έως ότου εκάλεσαν τους γονείς του 19 και τους ηρώτησαν, λέγοντες· “αυτός είναι ο υιός σας, δια τον οποίον σεις λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός; Πως λοιπόν τώρα βλέπει;” 20 Απήντησαν δε οι γονείς αυτού και τους είπαν· “ξέρομεν καλά ότι αυτός είναι ο υιός μας και ότι εγεννήθη τυφλός. 21 Πως όμως τώρα βλέπει δεν ξέρομεν, η ποιός του άνοιξε τα μάτια ημείς δεν γνωρίζομεν. Αυτός ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον, και αυτός δια τον ευατόν του θα σας ομιλήση”. (Δεν υπερασπίζονται οι γονείς τον Χριστόν, τον οποίον άλωστε και δεν είχαν ιδεί, αλλ' ούτε και τον κατηγορούν. Αφίνουν τον υιόν των, καθό ενήλικον και αρκετά ικανόν να υπερασπισθή τον ευεργέτην του). 22 Ωμίλησαν δε έτσι οι γονείς του, διότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· επειδή από καιρόν είχαν συμφωνήσει και αποφασίσει οι άρχοντες των Εβραίων να διωχθή και να μη γίνη δεκτός εις την συναγωγήν, όποιος θα ωμολογούσε ότι αυτός που κάνει τα θαύματα είναι ο Χριστός. 23 Δια τούτο και οι γονείς του τυφλού είπαν ότι “ο υιός μας ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον”. 24 Εκάλεσαν τότε δευτέραν φοράν τον άνθρωπον, που ήτο τυφλός και του είπαν· “δόξασε τον Θεόν, ο οποίος σε εθεράπευσε, αλλά φυλάξου από τον άνθρωπον αυτόν, τον οποίον προηγουμένως ωνόμασες προφήτην. Ημείς που μελετώμεν το θέλημα του Θεού, γνωρίζομεν καλά και διαβεβαιώνομεν ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός”. 25 Απήντησε τότε εκείνος και τους είπε· “εάν είναι αμαρτωλός, δεν ηξεύρω, ένα μόνον ηξεύρω καλά· ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω”. 26 Είπαν δε πάλιν εις αυτόν· “τι σου έκαμε; Πως σου εθεράπευσε τα μάτια;” 27 Απήντησεν εις αυτούς· “προ ολίγου σας είπα και δεν το επροσέξατε· διατί θέλετε πάλιν να ακούσετε τα ίδια; Μηπως και σεις θέλετε να γίνετε μαθηταί του;” 28 Τον ύβρισαν τότε και με περιφρόνησιν του είπαν· “συ είσαι μαθητής εκείνου. Ημείς όμως είμεθα μαθηταί του Μωϋσέως. 29 Ημείς οι μορφωμένοι και άρχοντες του λαού, ξέρομεν ότι στον Μωϋσέα ωμίλησεν ο Θεός. Αυτός δε μας είναι άγνωστος και δεν γνωρίζομεν από που είνα και από που έρχεται”. 30 Απήντησεν ο άνθρωπος και τους είπεν· “εδώ είναι το παράδοξον· ότι σεις δεν ξέρετε από που είναι, εάν είναι από τον Θεόν η όχι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια να βλέπω. 31 Ξερομε δε όλοι πολύ καλά, ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και το θέλημα του Θεού πράττη αυτόν ο Θεός ακούει. 32 Από τότε δε που υπάρχει ο κόσμος έως σήμερα δεν έχει ακουσθή ποτέ ότι εθεράπευσε κάποιος άνθρωπος τους οφθαλμούς τυφλού εκ γενετής. 33 Εάν αυτός δεν ήτο σταλμένος από τον Θεόν, δεν θα ημπορούσε να κάνη ούτε το παραμικρόν θαύμα”. 34 Γεμάτοι αγανάκτησιν εκείνοι του απήντησαν· “εκ γενετής συ είσαι ζυμωμένος ολόκληρος με τας αμαρτίας και συ τολμάς να διδάσκης ημάς;” Και τον έβγαλαν έξω από τον τόπον της συνεδριάσεώς των. 35 Ηκουσεν ο Ιησούς ότι τον έβγαλαν έξω και όταν τον ευρήκε, του είπε· “συ παρ' όλα όσα λέγουν οι άρχοντες των Εβραίων, πιστεύεις στον Υιόν του Θεού;” 36 Απήντησεν εκείνος και είπεν· “και ποιός είναι, Κυριε, δια πιστεύσω εις αυτόν;” 37 Του είπε δε ο Ιησούς· “και τον είδες και αυτός που ομιλεί μαζή σου εκείνος είναι”. 38 Αυτός δε, φωτισθείς από χάριν Θεού, είπε· “πιστεύω με όλην μου την ψυχήν, Κυριε”· και επροσκύνησε αυτόν ως απεσταλμένος πράγματι από τον Θεόν.

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
(Ἰω. 9, 1-38)
Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, τὸ ὁποῖο ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἰσάγεται μὲ ἕνα καίριο θεολογικὸ ζήτημα. Ποῖος ἦταν δηλαδὴ ὁ αἴτιος γιὰ τὴν τυφλότητα ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν οἱ μαθητὲς ρώτησαν τὸν Χριστὸ ἐὰν ἔφταιγε ὁ ἴδιος ὁ τυφλὸς ἢ οἱ γονεῖς του, ὥστε νὰ γεννηθεῖ μὲ τέτοια ἀναπηρία, τότε αὐτὸς διευκρίνισε ὅτι ἡ τύφλωση ὑφίσταται πρὸς δόξα Θεοῦ: «ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Μὲ τὴν ἀπάντησή του ὁ Χριστὸς δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εὐθύνεται γιὰ τὴν τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία μετὰ θεραπεύει γιὰ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ θὰ ἦταν τουλάχιστον παράλογο, καὶ θὰ ἀφίστατο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ.
Ἡ ἀσθένεια τοῦ τυφλοῦ προέρχεται ἀπὸ λόγους φυσιολογίας, ὁ δὲ Κύριος ἐπιδιορθώνει τὸ σφάλμα μὲ τὴν ἴδια ἐξουσία καὶ δύναμη ποὺ εἶχε χρησιμοποιήσει καὶ κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ Ἀδάμ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος γεννήθηκε τυφλός -καθὼς πολὺ χαρακτηριστικὰ μᾶς λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος- διότι οἱ γονεῖς του εἶχαν κάποια προβλήματα ὑγείας. Τὸ σημαντικὸ ὅμως στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μπορεῖ καὶ διορθώνει τὸ σφάλμα τῆς φύσης μὲ τέτοιο μάλιστα τρόπο, δηλαδὴ χρίοντας τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ μὲ λάσπη, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ πλαστούργησε καὶ τὸν Ἀδάμ.
Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀντίδραση τῶν Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι ὀργίζονται καὶ ἀπιστοῦν κατὰ τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀντίδρασή τους αὐτὴ ὠφείλεται κατ᾽ ἀρχὰς στὴν παράβαση τῶν διατάξεων τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπιβάλλονταν γιὰ τὸ Σάββατο 38 ἀπαγορεύσεις καὶ μία ἀπὸ αὐτὲς ὅριζε νὰ μὴν φτιάχνεται πηλὸς τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Ὁ πηλὸς λοιπὸν ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος μὲ τὸ σάλιο του ἦταν παράβαση τοῦ Νόμου. Ἐπιπλέον, οἱ Φαρισαῖοι ἀντέδρασαν λόγῳ τοῦ ὅτι θεωροῦσαν τὸν Χριστὸ ἕνα ἁπλὸ καὶ συνεπῶς ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βέβαια δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τέτοια θαύματα. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐνέργεια ὅμως, δηλαδὴ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀσθενοῦς μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ἦταν ἐνδεικτικὴ θεϊκῆς ἰδιότητας καὶ γι᾽ αὐτὸ οἱ Φαρισαῖοι ἀντιδροῦσαν τόσο πολύ. Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελαν νὰ πιστεύσουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Μεσσίας, ἐξοῦ καὶ ἡ ἀπόφασή τους νὰ διώκουν ὅσους τὸν ἀποδέχονταν ὡς τέτοιο: «ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται».
Τελικὰ ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ ἦταν διπλή. Δηλαδὴ ὁ πρώην τυφλὸς ἄνθρωπος ὄχι μόνο ἀξιώθηκε νὰ δεῖ μὲ τοὺς σωματικούς του ὀφθαλμούς, ἀλλὰ παράλληλα κατανοεῖ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογῶντας καὶ κηρύσσοντάς τον ἐνώπιον τῶν Φαρισαίων ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ. Ὁ πρώην τυφλὸς ἄρχισε νὰ βλέπει ὀρθὰ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται νέες ἀλήθειες ζωῆς, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱ κατ᾽ ἐξοχὴν γνῶστες τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ οἱ Φαρισαῖοι, ἔμεναν πνευματικὰ τυφλοὶ καὶ ἀρνοῦνταν πεισματικὰ νὰ δοῦν κάτι πέρα ἀπὸ ὅσα πίστευαν. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ καὶ ἔχει διαχρονικὴ ἀξία. Κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ κατανοήσει τὴν πνευματική του τυφλότητα καὶ προσέλθει μὲ ἀληθινὴ πίστη στὸν ζωοδότη Χριστό, λαμβάνει τὴν ἴαση, τόσο τοῦ σώματος, ὅσο καὶ τῆς ψυχῆς του. Συνεπῶς, τὸ σημαντικὸ στὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ εἶναι ἡ πίστη του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ τὸν ὁδηγεῖ στὸ νὰ ἀποδεχθεῖ ὑπάκουα καὶ χωρὶς ἀντιδράσεις καὶ ἐγωισμοὺς τὴν προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ πάει καὶ νὰ πλύνει τὸν πηλὸ ποὺ τοῦ ἔβαλε στὰ μάτια.
Ἀργότερα δέ, ὅταν ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς ἐπανέκτησε τὸ φῶς του, ὑπερασπίστηκε τὸν εὐεργέτη του ἐνώπιον τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, ἡ δὲ πίστη του ἑδραιώθηκε ἀκόμα πιὸ πολύ, πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὁμολογία του πρὸς τοὺς Φαρισαίους: «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν». Ὁμολογεῖ δηλαδὴ τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου καὶ ταυτόχρονα καλεῖ καὶ ἐμᾶς νὰ μιμηθοῦμε τὴ στάση, τὴν πίστη καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν εὐεργέτη του.

ΠΗΓΗ