Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 25 Σεπτεμβρίου 2016


Α' Λουκᾶ (Ἡ θαυμαστὴ ἁλιεία καὶ οἱ πρῶτοι μαθηταί)
 

Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ε´ 1 - 11
1 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυνον τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ε´ 1 - 11
1 Ενώ δε τα πλήθη τον περιτριγύριζαν εις πυκνάς μάζας και τον εστρίμωχναν, δια να ακούουν τον λόγον του Θεού, αυτός εστέκετο πλησίον της λίμνης Γεννησαρέτ. 2 Και είδε δύο πλοία αραγμένα και ακίνητα εκεί κοντά εις την λίμνην· οι ψαράδες είχαν βγη από αυτά και έπλυναν τα δίκτυα εις την παραλίαν. 3 Και αφού εμπήκε εις ένα από αυτά, που ανήκε στον Σιμωνα, τον παρεκάλεσε να προχωρήση εις μικράν απόστασιν από την ξηράν. Και καθίσας εδίδασκε από το πλοίον τα πλήθη του λαού. 4 Οταν δε έπαυσε να ομιλή, είπε στον Σιμωνα· “ξαναφέρε το πλοίον πάλιν εις τα ανοικτά της λίμνης και ρίξτε τα δίκτυά σας για ψάρεμα”. 5 Και αποκριθείς ο Σιμων του είπε· “διδάσκαλε, όλην την νύκτα, που είναι κατάλληλες οι ώρες για ψάρεμα, εκοπιάσαμε ρίχνοντες τα δίκτυα και δεν επιάσαμε τίποτε. Αλλά, θα υπακούσω στον λόγον σου και θα ρίξω το δίκτυ”. 6 Και αφού έκαμαν τούτο, έκλεισαν πολύ πλήθος ιχθύων· ήρχισε δε να σχίζεται το δίκτυον από το πολύ βάρος. 7 Και επροσκάλεσαν με νεύματα τους συνεταίρους των, που ήσαν στο αλλο πλοίον, να έλθουν, δια να πιάσουν μαζή με αυτούς τα δίκτυα με τα ψάρια. Και εκείνοι ήλθαν και εγέμισαν και τα δύο πλοία τόσον πολύ, ώστε εκινδύνευσαν να βυθισθούν. 8 Οταν δε ο Σιμων είδε το θαυμαστόν αυτό γεγονός, έπεσε κάτω εμπρός εις τα γόνατα του Ιησού και είπε· “Κυριε, έβγα από το πλοίον μου, διότι εγώ είμαι ένας άνθρωπος αμαρτωλός και δεν μου αξίζει να ευρίσκομαι τόσον κοντά σου”. 9 Τα είπε δε αυτά, διότι κατέλαβε αυτόν και όλους εκείνους, που ήσαν μαζή του, μεγάλη έκπληξις, δια το πλήθος των ψαριών, που είχαν κλείσει εις τα δίκτυα. 10 Η ίδια δε έκπληξις κατέλαβε τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, που ήσαν συνεταίροι του Σιμωνος. Και είπεν ο Ιησούς προς τον Σιμωνα· “μη φοβάσαι· από τώρα θα πιάνης με τα δίκτυα του κηρύγματός σου ζωντανούς ανθρώπους και θα τους οδηγής εις την βασιλείαν των ουρανών”. 11 Και αφού έφεραν πάλιν εις την ξηράν τα πλοία, αφήκαν ολα, και ψάρια και δίκτυα και πλοία, και ηκολούθησαν ως πιστοί μαθηταί τον Χριστόν.

Το Ιερό Κήρυγμα

 Η θαυμαστή αλιεία

Ο σκοπός του θαύματος

Ο Κύριος περιδιαβαίνει την ακρογιαλιά της Γαλιλαίας και τα πλήθη τρέχουν με πόθο κοντά του. Και καθώς βλέπει δυο μικρά πλοία αραγμένα στη λίμνη, μπαίνει σ’ ένα από αυτά· είναι το πλοίο του Σίμωνα. Και τον παρακαλεί να το σύρει λίγο πιο μέσα στη λίμνη για να διδάξει τα πλήθη μέσα από το πλοίο αυτό. Όταν τελείωσε τη διδασκαλία του ο Κύριος, λέει στον Σίμωνα: Φέρε πάλι το πλοίο στα βαθιά νερά της λίμνης και ρίξτε τα δίχτυα σας. Ο Σίμων όμως με έκπληξη του αποκρίνεται: Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τα δίχτυα και δεν πιάσαμε τίποτε. Αφού όμως το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ. Και το θαύμα που ακολούθησε ήταν εντυπωσιακό. Το δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλά ψάρια, ώστε άρχισε να σχίζεται. Οι ψαράδες τότε φώναξαν αμέσως τους συνεταίρους τους που ήταν στο άλλο πλοίο, να βοηθήσουν να σύρουν το δίχτυ επάνω. Αλλά τα ψάρια ήταν τόσο πολλά, ώστε τα δυο πλοία κινδύνευαν να βυθισθούν.

Τι νόημα όμως είχε αυτό το τόσο εντυπωσιακό θαύμα; Και γιατί ο Κύριος πριν το επιτελέσει ζήτησε από τους ψαράδες να ρίξουν τα δίχτυα τους και μάλιστα σε ακατάλληλη ώρα; Διότι ο Κύριος μέσα από το θαύμα αυτό ήθελε να διδάξει πολύ μεγάλες αλήθειες στους ψαράδες της Γαλιλαίας, τους οποίους σε λίγο θα καλούσε να γίνουν αλιείς ανθρώπων και να σαγηνεύουν στα πνευματικά τους δίχτυα όλη την οικουμένη. Αυτό το θαύμα ήταν τύπος της πνευματικής αλιείας τους. Και έπρεπε να χαραχθεί βαθιά στην ψυχή τους. Έπρεπε να το θυμούνται πολύ καλά οι Απόστολοι του Κυρίου όταν αργότερα στο τιτάνιο έργο τους θα συναντούσαν δυσκολίες και απογοητεύσεις. Να θυμούνται και να συναισθάνονται ότι στην πνευματική τους διακονία χωρίς τον Κύριο δεν θα μπορούσαν τίποτε να επιτύχουν, ενώ με τη δική του δύναμη θα μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Άδεια τα δίχτυα χωρίς την ευλογία του. Γεμάτα όταν τα ευλογούσε ο Χριστός.

Έπρεπε ακόμη να καταλάβουν οι μαθητές μέσα από το θαύμα αυτό ότι για να έχουν καρποφορία στο έργο τους θα έπρεπε να έχουν τυφλή υπακοή στα προστάγματα του Κυρίου. Ακόμη και σ’ αυτά που δεν κατανοούσε η περιορισμένη τους λογική. Και να μην υπολογίζουν κόπο και θυσίες. Αυτοί να δίνουν το χρόνο τους, τον κόπο τους και τη ζωή τους στην υπηρεσία του Κυρίου, για να τα μεταχειρισθεί όπως Αυτός ήθελε· έχοντας τη βεβαιότητα ότι ο Κύριος θα επιβραβεύει τη θυσία τους, την πρόθυμη υπακοή τους, την αδιάσειστη πίστη τους στη δύναμή του.

Συναίσθηση αμαρτωλότητος

Όταν είδε ο Πέτρος το πρωτοφανές αυτό και ανέλπιστο πλήθος των ψαριών, έπεσε στα γόνατα του Χριστού και είπε: Βγες από το πλοίο μου και φύγε από μένα, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και δεν είμαι άξιος να Σ’ έχω στο πλοίο μου. Ο Κύριος όμως τον καθησύχασε και του είπε: Μη φοβάσαι. Από τώρα θα σαγηνεύεις ανθρώπους, τους οποίους με το κήρυγμά σου θα οδηγείς στη σωτηρία. Κατόπιν αφού όλοι μαζί οι ψαράδες επανέφεραν τα πλοία στη στεριά, άφησαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν.

Η στάση όμως του αποστόλου Πέτρου μας δημιουργεί κάποιον προβληματισμό. Γιατί αντί να πανηγυρίσει για το μεγαλειώδες θαύμα, παρακάλεσε τον Κύριο να φύγει από το πλοίο του; Αυτός που από τα παιδικά του χρόνια περίμενε τον Μεσσία, τώρα Του ζητά να φύγει από τη ζωή του; Ασφαλώς το αίτημα του Πέτρου δεν εκφράζει μια διάθεση αρνήσεως και αποδιώξεως του Χριστού. Αντίθετα. Ο άδολος αυτός ψαράς της Γαλιλαίας ένιωσε την ώρα εκείνη ένα φοβερό συγκλονισμό στην ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στην ευλογία του θαύματος ότι δεν έχει μπροστά του έναν απλό άνθρωπο, αλλά ένα μοναδικό διδάσκαλο που έχει θεία δύναμη. Και αισθανόμενος το μεγαλείο του δεν αντέχει να ατενίσει το θεϊκό του πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και Τον προσκυνά. Διότι αισθάνεται τον εαυτό του ανάξιο της παρουσίας του. Αισθάνεται του Χριστού την αγιότητα και τη δική του μικρότητα και αμαρτωλότητα.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σε κάθε πνευματικό άνθρωπο κάθε φορά που αισθάνεται ιδιαιτέρως έκδηλη την ευλογία του Θεού στη ζωή του. Είναι ένα βίωμα που το νιώθουμε οι πιστοί καθώς βρισκόμαστε σε μία ιερή ώρα της λατρείας ή σε στιγμές που αισθανόμαστε τον Θεό ολοζώντανο στη ζωή μας, και αφυπνίζεται η συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας. Μας συνέχει τότε ο φόβος του Θεού. Τρέμουμε, φοβόμαστε την παρουσία του Θεού, αλλά ταυτόχρονα και την ποθούμε και τη λαχταρούμε. Πώς να πλησιάσουμε τον πάναγνο Κύριο οι ρυπαροί και ανάξιοι; Αισθανόμαστε πόσο αμαρτωλοί είμαστε και ότι δεν αξίζουμε των ευλογιών του Κυρίου. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνουμε ίσως είναι ότι όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ελκύουμε το έλεος και την αγάπη του Κυρίου. Γι’ αυτό ας στεκόμαστε με δέος και φόβο ενώπιόν του και ας Τον παρακαλούμε ταπεινά και ολοκάρδια να μη φύγει ποτέ από κοντά μας λόγω της μεγάλης αμαρτωλότητός μας, αλλά να μένει πάντοτε στη ζωή μας και να την γεμίζει με τις ευλογίες του.

Ο Σωτήρ, 1985

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 18 Σεπτεμβρίου 2016


Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν

Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 - 38
34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 1 - 1
1 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 - 38
34 Και αφού επροσκάλεσε τον λαόν μαζή με τους μαθητάς του, είπεν εις αυτούς· “όποιος θέλει να με ακολουθήση ως πιστός μαθητής μου, ας απαρνηθή τον αμαρτωλόν εαυτόν του με τας αδυναμίας, και τα πάθη του, ας πάρη την απόφασιν να υποστή προς χάριν μου ταλαιπωρίες και αυτόν ακόμη τον σταυρικόν θάνατον, και ας με ακολουθήση στον δρόμον, που εγώ εχάραξα. 35 Διότι όποιος θέλει να σώση την επίγειον ζωή του, αυτός θα χάση την αιωνίαν και μακαρίαν ζωήν. Οποιος όμως αψηφήσει και θυσιάσει την ζωήν του προς χάριν εμού και του ευαγγελίου, αυτός θα σώση την ζωήν του εις την αιωνίαν μακαριότητα. 36 Διότι τι θα ωφελήση τον άνθρωπον, εάν κερδήση ολόκληρον τον υλικόν κόσμον και χάσει την ψυχήν του; 37 Η, τι θα δώση άνθρωπος ως αντάλλαγμα, δια να εξαγοράση την ψυχήν του από τον Αδην, αφού ούτε ο κόσμος όλος δεν ημπορεί να αντισταθμίση την αξίαν της ψυχής; 38 Διότι εκείνος, ο οποίος δια λόγους ανθρωπαρεσκείας και δειλίας θα εντραπή και θα αρνηθή εμέ και τους λόγους μου εις την γενεάν αυτήν, την αποστατημένην και αμαρτωλήν, και ο Υιός του ανθρώπου θα εντραπή αυτόν και θα τον αποκηρύξη, όταν ως κριτής των ανθρώπων έλθη ολόλαμπρος με την δόξαν του Πατρός αυτού συνοδευόμενος από τους αγίους αγγέλους”.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 1 - 1
1 Και έλεγεν εις αυτούς· “Σας διαβεβαιώνω, ότι υπάρχουν μερικοί από αυτούς που ευρίσκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν τον θάνατον, προτού ιδούν την βασιλείαν του Θεού, δηλαδή την Εκκλησίαν, να εγκαθίσταται και να θεμελιώνεται εις την γην με δύναμιν κατά την ημέραν της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος”.

Το Ιερό Κήρυγμα


Προσκλητήριο επιστρατεύσεως
«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» (Μᾶρκ. 8,34)



Τον Σεπτέμβριο, ἀγαπητοί μου, ποὺ ὁ λαός μας τὸν λέει καὶ τρυγητή, γιατὶ τρυγοῦν τὸν εὐλογημένο καρπὸ τῆς ἀμπέλου, εἶνε ἡ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ. Προσκυνοῦμε τὸ σταυρό, ποὺ κάνει θαύματα.


Γιὰ παράδειγμα, στὴ Θήβα, σ᾿ ἕνα χωριό, κάποιος ἔκοψε ἕνα πεῦκο καὶ μέσα στὸν κορμὸ εἶδε ζωγραφισμένο σταυρό, κ᾿ ἔμεινε κατάπληκτος. Χτύπησε ἡ καμπάνα, μαζεύτηκε λαὸς καὶ κλῆρος μὲ τὸ δεσπότη κ᾿ ἔκαναν δέησι. Καὶ μόνο αὐτό; Ἀναρίθμητα τὰ θαύματα τοῦ σταυροῦ.


Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο ὠχριοῦν ὅλα τὰ ἄλλα, εἶνε ὅτι ὁ σταυρὸς κι ὅταν λέμε σταυρὸ ἐννοοῦμε τὸν Ἐσταυρωμένο τί ἔκανε; Πῆρε ἕνα λύκο καὶ τὸν ἔκανε ἀρνί· πῆρε τὸ λῃστή, ποὺ τὰ χέρια του ἔσταζαν αἷμα, καὶ τὸν ἔκανε νὰ πῇ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Αὐτὰ τὰ θαύματα, ποὺ μεταβάλλουν τὸν ἄνθρωπο, εἶνε τὰ μεγαλύτερα.
Τὸν Σεπτέμβριο λοιπὸν ἡ πιὸ μεγάλη γιορτὴ εἶνε ἡ Ὕψωσις τοῦ Σταυροῦ. Τὸν ἄλλο μῆνα, τὸν Ὀκτώβριο, οἱ Ἕλληνες ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστὸ καὶ ἀγαποῦν τὴν πατρίδα περιμένουν νὰ ἑορτάσουν τὴν ἑορτὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, ποὺ γράφτηκε στὴν ἱστορία.


Ἡ Ἰταλία μὲ τὸ δικτάτορά της χτύπησε τὴν πόρτα μας καὶ εἶπε· «Ἑλλάς, παραδόσου! προθεσμία τρεῖς ὧρες». Καὶ ἡ Ἑλλὰς μὲ τὸ στόμα τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ της ἀπήντησε «Μολὼν λαβέ!» (αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ πρόγονοί μας στὶς Θερμοπύλες)· εἶπε τὸ «Ὄχι». Ἤμουν νεαρὸς διάκονος στὸ Μεσολόγγι κι ἀκούω τὴ νύχτα νὰ χτυποῦν καμπάνες, νὰ τοιχοκολλοῦν προκηρύξεις καὶ ὅλοι νὰ λένε· Πόλεμος! ἐπιστράτευσις!… Εἰκοσι ἡλικίες κατετάγησαν.


Ἄλλαξε ἡ ὄψι τῆς Ἑλλάδος. Οἱ γεωργοὶ ἄφησαν τὰ δρεπάνια, οἱ βοσκοὶ τὰ πρόβατα, οἱ ἐργάτες τὰ ἐργαλεῖα, οἱ δασκάλοι τὰ σχολεῖα. Τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὸ σταυρουδάκι τοῦ Κυρίου στὸ στῆθος, μὲ τὴν εὐχὴ μανάδων καὶ συζύγων ποὺ τοὺς φώναζαν «Ἡ Παναγιὰ μαζί σας», ἀνέβηκαν στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου. Καὶ πῆραν τὶς κορυφὲς καὶ τὶς ἕνωσαν μὲ τ᾿ ἀστέρια! Ἡ Ἑλλὰς γνώρισε μοναδικὴ τιμή. Τότε, ὅταν στὴ Νέα Ὑόρκη καὶ στὸ Λονδῖνο ἔβλεπαν Ἕλληνα, τὸν σήκωναν στὰ χέρια. Τέτοια δόξα εἶχε τὶς μέρες ἐκεῖνες ἡ πατρίδα μας ἑνωμένη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Θὰ μοῦ πῆτε· Καλὰ εἶν᾿ αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὰ πῇ ὁ δάσκαλος, ὁ καθηγητής, ὁ νομάρχης, ὁ πρωθυπουργός, ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας. Ἐμεῖς ἀπὸ σένα περιμένουμε ν᾿ ἀκούσουμε λόγο ἐκκλησιαστικό, ὄχι ἐθνικό.
* * *


Ἀπαντῶ. Γιὰ μᾶς οἱ γιορτὲς ἔχουν διπλὸ χαρακτῆρα, θρησκευτικὸ καὶ ἐθνικό. Πίστις καὶ πατρὶς εἶνε ἑνωμένα ὅπως τὸ κρέας μὲ τὸ νύχι. Ὅποιος ἀγαπάει τὸ ἕνα, ἀγαπάει καὶ τὸ ἄλλο. Στὰ ψηλὰ βουνά, ποὺ ἀνεβήκαμε τὰ χρόνια ἐκεῖνα ὡς στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, κάθε βράδυ γινόταν προσκλητήριο, καὶ ἄκουγες· «Ἀπών· ἔπεσε ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»! Κι ὅταν κατελάμβαναν μιὰ κορυφὴ καὶ ὕψωναν τὴ σημαία μας, ἔψαλλαν «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Συνεπῶς, δὲν εἶμαι ἐκτὸς θέματος. Ἄλλωστε καὶ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ταιριάζει μὲ αὐτὰ ποὺ λέω. Πῶς ταιριάζει;
Ἂν ἀγαποῦμε τὴν πατρίδα μιὰ φορά, χίλιες φορὲς πρέπει ν᾿ ἀγαποῦμε τὸ Χριστό μας, ποὺ εἶνε πάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα κι ἀπ᾿ ὅλο τὸ σύμπαν. Κι ὅπως ἡ πατρίδα κάνει ἐπιστράτευσι, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς κάνει ἐπιστράτευσι. Εἶνε ὁ ἀρχηγός μας, ὁ ἀρχιστράτηγός μας, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων.


Σημαία του ὁ τίμιος σταυρός· σάλπιγγα τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου· στρατιῶτες ὅλοι ἐμεῖς. Κι ὅπως ὁ στρατιώτης βγάζει τὰ ροῦχα του καὶ βάζει τὴ στολὴ τοῦ στρατοῦ, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς. Καὶ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, μὲ ἁπλᾶ λόγια, τί λέει; Κάνει προσκλητήριο. Πόλεμος γίνεται! ὄχι ὁρατός, ἀλλὰ ἀόρατος καὶ ἀσυγκρίτως σπουδαιότερος. Ἐπιστράτευσι κάνει ὁ Χριστός. Τὸν ἀκούσατε τί εἶπε; «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν…» (Μᾶρκ. 8,34).


Σᾶς καλῶ ὅλους, ἄντρες – γυναῖκες – παιδιά, μικροὺς – μεγάλους, δεξιοὺς – ἀριστερούς, ὅλων τῶν χρωμάτων, νὰ καταταχθῆτε μὲ τὴ θέλησί σας ὑπὸ τὴν σημαία μου. Δὲν βιάζει κανένα. Θέλει ἐθελοντάς, ὄχι διὰ τῆς βίας. Ὁ Χριστὸς σέβεται τὴν ἐλευθερία μας.
Τί χρειάζεται; Ἕνα, δύο, τρία πράγματα. Τὸ ἕνα· «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Τὸ δεύτερο· «καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Τὸ τρίτο «καὶ ἀκολουθείτω μοι» (ἔ.ἀ.). Ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἐξηγήσω τὸ πρῶτο, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν».
* * *


Ὅποιος θέλει νὰ εἶνε Χριστιανός, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Τί σημαίνει «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν»; Νὰ ἀρνηθῇς, νὰ μισήσῃς τὸν ἑαυτό σου. Δύσκολο πρᾶγμα αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε διπλός, ἔχει σῶμα καὶ ψυχή. Τί μᾶς λέει λοιπόν; Μερικοὶ τὸ ἑρμήνευσαν λάθος. Νόμισαν, ὅτι ὁ Χριστὸς λέει νὰ μισήσουμε τὸ σῶμα. Ὄχι, τέτοιο πρᾶγμα δὲ λέει ὁ Χριστός. Τὸ σῶμα εἶνε θαυμαστὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· τὰ μάτια, τὰ αὐτιά, ἡ καρδιά, τὰ ἑκατομμύρια κύτταρα, τὰ πάντα. Εἶνε τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἐργοστάσιο. Δὲν εἶπε λοιπὸν ὁ Χριστὸς νὰ μισήσουμε τὸ σῶμα. Ἀντιθέτως πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε. Καὶ δὲν τὸ προσέχουμε, μὲ τὶς διάφορες ἁμαρτωλὲς καταχρήσεις ποὺ κάνουμε. Ὅποιος ζῇ ἐγκρατῆ βίον, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔχει καὶ ὑγεία· ὅποιος ἔχει ἄσωτη ζωή, καταστρέφει καὶ τὴν ὑγεία.
Κάτι ἄλλο σημαίνει τὸ «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Ἐννοεῖ, νὰ μισήσουμε τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό μας, τὴν κακία μας, τὸ κακὸ ποὺ φωλιάζει βαθειὰ μέσα στὴν καρδιά μας.
Μέσα στὸν ἄνθρωπο εἶνε δυὸ δυνάμεις· ἡ μία σὲ παίρνει καὶ σὲ ἀνεβάζει στὰ οὐράνια, ἡ ἄλλη σὲ ἁρπάζει καὶ σὲ βυθίζει στὸν ᾅδη· ἕνας ἄγγελος ποὺ μὲ τὶς φτεροῦγες του μᾶς ὑψώνει στὸν οὐρανό, κ᾿ ἕνας σατανᾶς ποὺ μᾶς σπρώχνει στὴν κόλασι. Ἂν θέλῃς γίνεσαι ἢ ἀπόστολος Παῦλος καὶ πετᾷς στὰ ὕψη ἢ Ἰούδας καὶ προδίδεις τὸ Χριστό. Δυὸ δυνάμεις παλεύουν. Τὸ κακὸ μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ μισήσουμε, τὴν ἁμαρτία, τὸ πάθος ἤ, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, τὸ «γουρουνάκι» ποὺ ἔχουμε μέσα μας καὶ μᾶς σπρώχνει στὸ κακό.
Τὸ κακὸ εἶνε πολύμορφο· ἡ ἁμαρτία εἶνε δέντρο μὲ πολλὲς διακλαδώσεις. Πορνεία, μοιχεία, κλοπή, πλεονεξία, γαστριμαργία, μῖσος, ὀργή… Πλῆθος οἱ ἁμαρτίες. Καὶ ὅταν αὐτὲς χρονίζουν, ἡ ψυχὴ ἀποκτᾷ πάθη. «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» σημαίνει νὰ κηρύξουμε αὐτοπόλεμο ἐναντίον ὅλων αὐτῶν.
Ὤ νὰ μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος νὰ ξεῤῥιζώσῃ αὐτὰ τὰ κακά! Δῶστε μου ἀνθρώπους ἀπηλλαγμένους ἀπὸ ἁμαρτίες καὶ πάθη, καὶ ἡ γῆ θὰ γίνῃ παράδεισος. Τώρα τὸ κακὸ βασιλεύει καὶ κάνει τὴ ζωή μας κόλασι.
* * *


Δὲ θὰ πῶ περισσότερα. Πρὶν τελειώσω θὰ ὑπογραμμίσω ἕνα κακό, ποὺ μαστίζει ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Εἶνε ἡ φιλονικία, τὸ μῖσος, ἡ διχόνοια. Ἀναφέρω δύο – τρία παραδείγματα.
Βλέπεις τὴν οἰκογένεια καὶ τὴ νομίζεις ἀγαπημένη. Ἡ γυναίκα ὅμως μισεῖ τὸν ἄντρα, κι ἂς τρώῃ κι ἂς κοιμᾶται μαζί του. Ἔτσι ἐξηγεῖται πῶς μιὰ γυναίκα πῆρε τσεκούρι καὶ σκότωσε τὸν ἄντρα της καὶ ἔφριξε ὁ κόσμος.
Ὅταν περιώδευα ὡς ἱεροκήρυκας στὴν Πίνδο μὲ τὰ πόδια ―τὸ καλύτερο αὐτοκίνητο―, πέρασα κι ἀπὸ ἕνα χωριὸ μὲ βοσκούς, μὲ τοπία, μὲ δάση, μὲ νερὰ κρυστάλλινα – παράδεισος ἦταν. Σὲ λίγο ὅμως τί ἔμαθα· τὸ χωριὸ διχάστηκε. Ὁ σατανᾶς ἔσπειρε μῖσος ἀνάμεσά τους. Χωρίστηκαν σὲ δυὸ παρατάξεις, ἅρπαξαν τὶς καραμπίνες καὶ σκοτωθήκανε. Δέκα νεκροὶ καὶ σαράντα τραυματίες! Ἔσβησε τὸ χωριό, δὲν ὑπάρχει. Ἔλειψε ἡ ἀγάπη; δὲν ὑπάρχει οὔτε οἰκογένεια οὔτε χωριό.
Θέλετε κ᾿ ἕνα ἄλλο; Αὐτὸ τὸ μῆνα ἡ πατρίδα θρηνεῖ τὴν ἐπέτειο τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς· τέτοια ἐποχὴ ἦταν. Πῶς ἦρθε ἡ συμφορά; μᾶς νίκησαν οἱ Τοῦρκοι; Ὄχι. Ὁ διος ὁ Κεμάλ τὸ εἶπε· «Δὲ νικήσαμε τοὺς Ἕλληνες· μόνοι τους νικήθηκαν, μὲ τὴ διχόνοια». Ἑνωμένοι κι ἀγαπημένοι, ἤμασταν ἀήττητοι· ὅταν γίναμε δυὸ παρατάξεις, διαλυθήκαμε.
Καὶ τώρα πάλι τέτοια σημάδια διαιρέσεως παρουσιάζονται. Καὶ κλαίω κι ἀναστενάζω, γιατὶ φοβοῦμαι καμμιὰ νέα καταστροφὴ χειρότερη. Διότι φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό.
Ὁ Χριστὸς κάνει προσκλητήριο ἐπιστρατεύσεως. Ὁ σταυρός του κάνει θαύματα, κάνει καὶ τοὺς λύκους ἀρνία. Ἡ Ἐκκλησία μας καλεῖ ὅλα τὰ παιδιά της κοντά, χωρὶς διακρίσεις, σὰν τὴν κλῶσσα ποὺ ἀγαπάει ὅλα τὰ πουλάκια της ὁποιοδήποτε χρῶμα κι ἂν ἔχουν. Κ᾿ ἐσεῖς εἶστε παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πατρίδος.


Μείνετε ἀγαπημένοι καὶ ἑνωμένοι. Τότε θὰ ἑορτάζουμε μὲ ἀγαλλίασι τὶς μεγάλες ἑορτὲς καὶ θὰ λέμε· Δόξα στὸ Θεό, δόξα στὸ Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.


ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


(Ι. ναὸς Ἁγ. Δημητρίου Κούτουρλα – Εὐβοίας 18-9-1988)


Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 11 Σεπτεμβρίου 2016


Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως

 

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Γ´ 13 - 17
13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Γ´ 13 - 17
13 Κανείς δε δεν ανέβηκε στον ουρανόν, δια να μάθη εκεί και διδάξη εις σας αυτάς τας αληθείας, παρά μόνον αυτός που κατέβηκε από τον ουρανόν και έγινε δια της ενανθρωπήσεως υιός του ανθρώπου και ο όποιος εξακολουθεί, καθ' ον χρόνον ζη εις την γην, να είναι και στον ουρανόν ως Θεός. 14 Οπως δε ο Μωϋσής εκρέμεσε υψηλά το χάλκινι φίδι εις την έρημον, δια να το αντικρύζουν με πίστιν οι Ισραηλίται και να σώζωνται από το θανατηφόρον δηλητήριον των φιδιών της ερήμου, έτσι, σύμφωνα με το πάνσοφον σχέδιον του Θεού, πρέπει να κρεμασθή και ο υιός του ανθρώπου επάνω στον σταυρόν. 15 Και τούτο, δια να μη καταδικασθή εις την αιωνίαν απώλειαν κανένας από εκείνους, που θα πιστεύσουν εις αυτόν, αλλά να κερδήση και να έχη την αιώνιον ζωήν. 16 Διότι τόσον πολύ ηγάπησεν ο Θεός τον βυθισμένον εις τας αμαρτίας κόσμον, ώστε παρέδωκεν εις σταυρικόν θάνατον τον μονογενή του Υιόν· δια να μη καταδικασθή εις την αιωνίαν απώλειαν κάθε ένας που θα πιστεύη εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον. 17 Διότι δεν έστειλεν ο Θεός τον Υιόν του στον κόσμον δια να κρίνη και καταδικάση τον κόσμον, αλλά δια να σωθή ο κόσμος με την θυσίαν αυτού.

Το Ιερό Κήρυγμα


Ο Θεός σε αγαπά (Κυριακή προ της Υψώσεως)

«Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)

Η Ύψωσις τοῦ τιμίου Σταυροῦ εἶνε τὸ κέντρο τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ λέγεται «πρὸ τῆς Ὑψώσεως» καὶ ἡ ἑπομένη «μετὰ τὴν Ὕψωσιν». Οἱ καταβασίες εἶνε «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς…», ἀπόστολος καὶ εὐαγγέλιο εἶνε ἐπίσης σχετικὰ μὲ τὸ σταυρό.

Τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο· «Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰωάν. 3,13). Μπᾶ, θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἄπιστοι, σήμερα ἡ ἐπιστήμη προώδευσε, ὅλων τὰ βλέμματα εἶνε στραμμένα στὸ διάστημα· πῶς τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό; Ἐδῶ ἡ ἐπιστήμη διαψεύδει τὴ θρησκεία… Τί ἔχουμε ν᾽ ἀπαντήσουμε;

Ἀγνοεῖτε τὰς Γραφάς. Ὅταν λέῃ τὸ Εὐαγγέ λιο «οὐρανός», δὲν ἐννοεῖ αὐτὸν τὸν φυσικὸ οὐρανό, στὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ὁ προφήτης Ἠλίας. Πέρα ἀπὸ αὐτὸ τὸν οὐρανό, πέρα ἀπὸ τὸν ἥλιο τὸ φεγγάρι τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος οὐρανός, πνευματικὸς ὑπερφυσικὸς ἀόρατος. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Γραφὴ λέει κάπου «Αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν» (Ψαλμ. 148,4). Καὶ γι᾽ αὐτὸ γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο λέει ὅτι ἡρπάγη «ἕως τρίτου οὐρανοῦ» (Β΄ Κορ. 12,2). Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ κάποιος ἀνώτερος οὐρανός, στὸν ὁποῖο λατρεύεται ὁ Θεός. «Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες…» (θ. Λειτ.). Γι᾽ αὐτὸ τὸν οὐρανό, στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ γήινο ἀλλὰ κατοικεῖ ἡ ἁγία Τριὰς καὶ τὰ ἄυλα πνεύματα, ὁμιλεῖ ὁ Χριστὸς ὅταν λέῃ «Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὥστε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ἡ προέλευσί του εἶνε θεία, δηλαδὴ εἶνε Θεός. Καὶ ὅτι εἶνε Θεὸς ὁ Χριστὸς τὸ ἀπέδειξε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, μὲ τὴ διδασκαλία του, ποὺ εἶνε θεία. Τὰ βιβλία ποὺ ἔγραψαν καὶ οἱ μεγαλύτεροι σοφοὶ ὑστεροῦν ἐν συγκρίσει μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅποιος ἀκούει καὶ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, αἰσθάνεται ὅπως οἱ ἀκροαταὶ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔλεγαν «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46). Ὁ ἴδιος δὲ γιὰ τὴ διδασκαλία του εἶπε· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Λουκ. 21,33. βλ. καὶ Μᾶρκ. 13,31).

Ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ ἦρθε ὁ Χριστός, μᾶς ἔφερε οὐράνια - ὑψηλὰ διδάγματα. Ποιό, θὰ ρωτήσετε, εἶνε τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ πιὸ μεγάλη διδασκαλία του; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Μακάρι νὰ εἶχα δύναμι Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου, νὰ τὸ ἐμφυτεύσω στὶς ψυχές σας. Τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια, εἶνε ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν κόσμο - ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο (Ἰωάν. 3,16).

Ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο, πρῶτα - πρῶτα γιατὶ αὐτὸς τὸν ἔπλασε. Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι ἢ τὸ ρολόι σου ξεφύτρωσαν μόνα τους, τότε θὰ δεχθῶ ὅτι καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ ρολόι ποὺ λέγεται ἄνθρωπος ἔγινε μόνο του. Ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν ἄνθρωπο αὐτὸς ἔκανε τὸ μάτι νὰ βλέπῃ, τὸ αὐτὶ ν᾽ ἀκούῃ, τὰ χέρια νὰ κινοῦνται, τὰ πόδια νὰ περπατοῦν, τὴν καρδιὰ νὰ χτυπᾷ, τὸ αἷμα νὰ κυκλοφορῇ, τὸ μυαλὸ νὰ κάνῃ συλλήψεις. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν εὔρυθμη λειτουργία σ᾽ αὐτά, τὴν ὑγεία. Κάθε χτύπος τῆς καρδιᾶς σου φωνάζει· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Κι ὄχι μόνο ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ προνοεῖ γι᾽ αὐτόν. Δὲν τὸν ἔρριξε σ᾽ ἕνα ξερονήσι ἢ πάνω στὸ φεγγάρι· τὸν ἔβαλε στὸν πλανήτη αὐτόν, στὸν ὁποῖο τοῦ ἔδωσε ὅλες τὶς πρῶτες ὗλες, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα γιὰ νὰ δημιουργήσῃ πολιτισμό. Τοῦ ἔδωσε τὸν ἥλιο, ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει. Κάθε ἀκτίνα, ποὺ ταξιδεύει τόσα μίλια κ᾽ ἔρχεται καὶ πέφτει πάνω στὸ μάγουλο τοῦ παιδιοῦ, στὸ χέρι τοῦ ἐργάτη, σὲ σπίτια καὶ καλύβες, περνάει ἀκόμα καὶ τὰ κάγκελλα τῆς φυλακῆς, τί εἶνε; Ἀσπασμός, φίλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀκτίνα τοῦ ἥλιου, κάθε σταγόνα τῆς βροχῆς, κάθε πνοὴ τοῦ ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, οἱ ζέφυροι, οἱ αὖρες, τὰ δέντρα, τὰ λουλούδια, τ᾽ ἀηδόνια, ὅλα λαλοῦν καὶ λένε· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Ἀλλ᾽ ὄχι μόνο αὐτά. Ἂν εἶσαι Χριστιανός, ἄσε τοὺς ἄλλους νὰ μιλοῦν γιὰ τὰ λουλούδια καὶ τὰ πουλιά. Ἔλα τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ στὴν ἐκκλησία· κι ὅταν ὁ ἱερεὺς ὑψώνῃ τὸ τίμιο Ξύλο καὶ δῇς νοερὰ τὸ Χριστὸ μὲ τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, μὲ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια πληγωμένα καὶ τὴν πλευρὰ κεντημένη, στάσου γιὰ λίγο, συλλογίσου καὶ κάνε τὸ ἐρώτημα· γιατί τὰ ἔπαθε ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστός; Καὶ τότε θ᾽ ἀκούσῃς τὴν ἀπάντησι, ποὺ δίνει 800 χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ προφήτης Ἠσαΐας· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσ. 53,4-5). Ποιός μπορεῖ νὰ νιώσῃ πόσο ὁ Θεὸς ἀγάπησε τὸν κόσμο! Μὲ ποιά γλῶσσα νὰ περιγράψουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας; Ὅποιος ἔχει ἕνα μόνο παιδί, πόσο τὸ πονάει! Ἐλᾶτε λοιπόν, ἐσὺ μάνα κ᾽ ἐσὺ πατέρα, νὰ μᾶς πῆτε πόσο ἀγαπᾶτε τὸ μονάκριβο γέννημά σας! Ἂν τώρα σᾶς πῇ κάποιος, ὅτι πρέπει τὸ παιδὶ αὐτὸ νὰ τὸ θυσιάσετε γιὰ τὸν ἐχθρό σας, ποιά μάνα καὶ ποιός πατέρας τὸ θυσιάζει; Καὶ γιὰ τὸν ἐχθρὸ μάλιστα; Ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ. Οὔτε γιὰ τὸ φίλο· πολλῷ μᾶλλον γιὰ τὸν ἐχθρό. Καὶ ὅμως τί λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)· τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν ἀποστάτη κόσμο, ὥστε παρέδωσε τὸν Υἱό του, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ᾽ αὐτὸν νὰ μὴ χάνεται ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνιο.

Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλ᾽ ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὴν ὑποχρέωσι νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅπως ἔχεις ἀξίωσι ἐσὺ ἡ μάνα νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ τὸ παιδί σου, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς περιμένει νὰ τὸν ἀγαποῦν οἱ ἄνθρωποι. Εἶνε χρέος μας ν᾽ ἀγαποῦμε τὸ Σωτῆρα μας.

Καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ καρδιὲς εἶνε σήμερα κρύες - παγωμένες γιὰ τὸ Θεό. Μιὰ προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέει, ὅτι «εἰς τὰς ἐσχάτας ἡμέρας» -καὶ εἴμαστε στὶς ἔσχατες ἡμέρες- «ἔσονται οἱ ἄνθρωποι …φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι» (Β΄ Τιμ. 3,1-4), οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ θ᾽ ἀγαποῦν τὶς ἡδονές, τὰ μικρὰ καὶ τὰ ἀσήμαντα, παραπάνω ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄλλος θ᾽ ἀγαπάῃ τὰ παιδιά του, ἄλλος τὴ γυναῖκα του, ἄλλος τὰ λεφτά, ἄλλος τὰ βιβλία, ἄλλος τὶς ἐπιστῆμες, ἄλλος τὰ γλέντια, ἄλλος τὰ σπόρ…. Θα τρελλαίνωνται γι᾽ αὐτά, ἀλλὰ στὶς καρδιές τους δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀπείρου Θεοῦ.

Αὐτὸ δὲν γίνεται σήμερα; Τὸ Θεὸ ὄχι μόνο δὲν τὸν ἀγαποῦμε ἀλλὰ καὶ τὸν ὑβρίζουμε. Τὸν ὑβρίζουμε μὲ τὴ γλῶσσα καὶ τὰ λόγια μας, τὸν ὑβρίζουμε καὶ μὲ τὰ ἔργα μας. Κάθε μέρα, κάθε ὥρα, κάθε λεπτὸ βλαστήμιες ἀκούγονται. Κ᾽ ἔπειτα περιμένουμε προκοπή; Ὅπως πᾶμε -μὴ μὲ πῆτε ἀπαισιόδοξο, ζυγίζω μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τὴν κοινωνία-, σᾶς λέω τὸ ἑξῆς. Οἱ Ἑβραῖοι μιὰ φορὰ σταύρωσαν τὸ Χριστό, μὰ ἐμεῖς τὸν σταυρώνουμε χιλιάδες φορὲς κάθε μέρα. Στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στοὺς στρατῶνες, στὰ δικαστήρια, στὰ πλοῖα, στ᾽ ἁμάξια, στὶς παραλίες, στ᾽ ἀκρογιάλια, παντοῦ τὸν σταυρώνουμε· δὲν ὑπάρχει μέρος ποὺ νὰ μὴ στήνουμε κ᾽ ἕνα σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Ὕστερα ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ θαυμάζω πῶς ὁ Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς ἀγαπᾷ. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὸν ἥλιο· Χαμήλωσε λιγάκι, ζύγωσε στὴ γῆ! καὶ τότε ἡ θερμοκρασία ν᾽ ἀνεβῇ ἀπὸ 40 σὲ 100, 200, 300 βαθμούς. Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὴ θάλασσα· Δὲν ὑποφέρω τὶς μοιχεῖες καὶ πορνεῖες τους· φούσκωσε, ἀνέβα, κάλυψε τὶς κορυφές, νὰ μὴ μείνῃ κανένα σκουλήκι ζωντανό! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὰ νερά, στὶς πηγές, στὰ σύννεφα καὶ στὰ ποτάμια· Στερέψτε!… Ἀχάριστε ἄνθρωπε, ποὺ πίνεις νερὸ καὶ βλαστημᾷς τὸ Θεό. Δὲν κάνεις οὔτε σὰν τὴν ὄρνιθα, ποὺ πίνει καὶ μετὰ ὑψώνει τὸ κεφάλι πρὸς τὰ πάνω σὰ νὰ εὐχαριστῇ τὸ Θεό. Ἂν στερέψουν τὰ νερά, δὲ θὰ βρίσκῃς οὔτε ἕνα ποτήρι νὰ δροσιστῇς· θὰ κολλᾷς τὴ γλῶσσα σου στὰ μάρμαρα μέσα στὶς σπηλιές. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς κρατάει ἀκόμα, τὰ σκουλήκια, πάνω στὴν πλάσι. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ του!

Ἀδέρφια μου, ὅσοι πιστεύετε στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς διαφθορᾶς, ἐλᾶτε ὅλοι, μικροὶ - μεγάλοι, στὴν ἐκκλησία τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ. Νηστέψτε σὰν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Σκεφθῆτε τὶς ἁμαρτίες σας. Μετρῆστε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Καὶ καθὼς θὰ βλέπουμε τὸν τίμιο σταυρό, ἂς ποῦμε ὅλοι· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
στον ιερό ναό Ἀναλήψεως Δραπετσώνας - Πειραιῶς 11-9-1960)


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου 2016



Κυριακὴ ΙA' Ματθαίου (Ἡ παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων)
 

Αρχαίο κείμενο



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 23 - 35
23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. 26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· 30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· 33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; 34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν. 


Απόδοση στη Νεοελληνική




ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 23 - 35
23 Το καθήκον να συγχωρούμεν αυτούς που μας έφταιξαν είναι απεριόριστον. Δι' αυτό και η βασιλεία των ουρανών έχει παρομοιωθή με ένα βασιλέα, που ηθέλησε να λογαριασθή με τους δούλους του, στους οποίους είχεν εμπιστευθή την διαχείρισιν των οικονομικών του. 24 Εκεί δε που ήρχισε να εξετάζη τους λογαριασμούς, του έφεραν βιαίως έναν, που του χρεωστούσε το τεράστιον πόσον των δέκα χιλιάδων ταλάντων. 25 Επειδή δε δεν είχε να επιστρέψη όσα χρεωστούσε, διέταξε ο κύριός του να πωληθή ως δούλος αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε, δια να εξοφληθή έτσι έστω και μέρος από το χρέος. 26 Επεσε τότε κατά γης ο δούλος εκείνος, τον επροσκυνούσε και έλεγε· “Κυριε, δείξε επιείκειαν και μακροθυμίαν εις εμέ και όλα όσα σου χρεωστώ, θα σου τα πληρώσω”. 27 Εφάνη δε σπλαγχνικός ο Κυριος του δούλου εκείνου, τον αφήκεν ελεύθερον και του εχάρισεν όλον το χρέος. 28 Αλλ' εκείνος ο δούλος όταν εβγήκεν έξω, ευρήκε ένα από τους συνδούλους του, ο όποιος του χρεωστούσε το μηδαμινόν ποσόν των εκατό δηναρίων. Αμέσως τον επιασε και τον επίεζε κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον λέγων· Πλήρωσέ μου ο,τι μου χρεωστάς. 29 Επεσε τότε ο σύνδουλος εκείνος εις τα πόδια αυτού και τον παρακαλούσε λέγων· Δείξε σε μένα επιείκειαν και μακριθυμίαν και θα σου επιστρέψω τα οφειλόμενα. 30 Αυτός δε δεν ήθελε να ακούση τίποτε, αλλά επήγε και τον κατήγγειλε εις τας αρχάς και τον έβαλε εις την φυλακήν, έως ότου πληρώση το χρέος του. 31 Οι άλλοι σύνδουλοί του, όταν είδαν αυτά που έγιναν, ελυπήθηκαν πάρα πολύ και ελθόντες στον κύριόν των του διηγήθηκαν με ακρίβειαν όλα τα γεγονότα. 32 Τοτε εκάλεσε αυτόν ο κύριός του και του είπε· Δούλε πονηρέ, όλο το τεράστιον εκείνο χρέος σου το εχάρισα, διότι με παρεκάλεσες. 33 Δεν έπρεπε και συ να λυπηθής και να ελεήσης τον σύνδουλό σου, όπως εγώ ο Κυριος σου σε ελυπήθηκα και σε ελέησα; 34 Και οργισθείς ο κύριός του τον έβαλε εις την φυλακήν και τον παρέδωκε στους βασανιστάς, δια να τον βασανίζουν, μέχρις ότου εξοφλήση όλον το χρέος του. 35 Ετσι και ο Πατήρ μου ο επουράνιος θα κάμη εις σας εάν δεν συγχωρήτε ο καθένας στον αδελφόν του, με όλην σας την καρδιά, τα πταίσματα, που έχει κάμει απέναντί σας”. 
 

Το Ιερό Κήρυγμα




Κυριακή ΙΑ Ματθαίου Ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι..., ὡς καί ἐγώ σέ ἠλέησα» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου
(Ματθ. ιη΄ 23 – 35)

Ὁ Θεός, ἀδελφοί μου, εἶναι ὁ Πατέρας καί Κύριός μας. Αὐτός μᾶς ἐδημιούργησε καί ὁ Ἴδιος ἐπίσης μᾶς ἀναγέννησε, ὅταν ἐπέσαμε ἀνεπανόρθωτα καί μᾶς υἱοθέτησε πάλι, χάρις στή μεσιτεία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός μᾶς κυβερνᾶ καί συντηρεῖ καί προστατεύει. Αὐτός μᾶς εὐεργετεῖ καθημερινά, ἑτοιμάζοντάς μας, συγχρόνως, τήν ἄφθαρτη καί αἰώνια κληρονομιά τῆς Βασιλείας Του. Ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς συγγνώμης, μέσα στόν ἀπύθμενο ὠκεανό τῆς ἀγάπης Του, ἀφήνει κάθε φορά, πού Τοῦ τό ζητᾶμε, νά ἀφανισθῇ ἡ σταγόνα τῶν ἁμαρτημάτων μας.

Σ’Αὐτόν, ὄπως καί ὁ δοῦλος τῆς παραβολῆς – χρωστᾶμε τό ἀνεξόφλητο χρέος τῶν μυρίων ταλάντων. Ἡ πρός Ἐκεῖνον διαγωγή μας, μέ τίς τόσες ἐλλείψεις καί παραβάσεις τοῦ θείου Νόμου, μέ τά καθημερινά παραστρατήματα τῆς σκέψεως, τῆς καρδιᾶς, τῆς γλώσσας καί ὅλων γενικά τῶν μελῶν τοῦ σώματος καί τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ψυχῆς μας, δημιουργεῖ τά ὀφειλήματα ἀπέναντί Του καί αὐξάνει τό βάρος τῆς ἐνοχῆς μας. Ταλαίπωρα πλάσματα! Σκλάβοι στά πάθη μας, καταπληγωμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀνίκανοι γιά τίς μεγάλες πνευματικές ἀνατάσεις, δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, θά εἴμαστε καταδικασμένοι νά ἀντιμετωπίσωμε τή δικαιοσύνη τοῦ ἀδεκάστου Κριτῆ καί, ἑπομένως, τήν αἰωνία τιμωρία, ἄν ἡ ἔπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ δέν ἄνοιγε τίς ἀνεξάντλητες πηγές τοῦ ἐλέους Του νά καταλούσουν τίς πληγές μας. Ὅμως, τό παντοδύναμο χέρι Του εἶναι ἀδύνατο νά διαγράψῃ τό χρέος τῶν μυρίων ταλάντων, ἄν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι , οἱ μικροί καί ἀδύνατοι, δέν Τόν βοηθήσωμε. Τό γιατί μᾶς τό λέγει ἡ τιμωρία τοῦ ἀσπλάχνου ὀφειλέτη. «Ἐδει καί σέ ἐλεῆσαι...,ὡς καί ἐγώ σέ ἠλέησα». Καί «οὕτω καί ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐάν μή ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν τά παραπτώματα αὐτῶν».

Θέλει δηλ. ὁ Κύριός μας, ἡ δική Του μεγαλοψυχία καί ἀνεξικακία νά εὑρίσκῃ ἀπήχηση στίς καρδιές μας καί κάποιαν ἀνταπόκριση στίς κοινωνικές μας σχέσεις. Θέλει νά γίνωμε μεγαλόψυχοι, μακρόθυμοι, ἐλεήμονες στά σφάλματα τῶν συνδούλων, τῶν συνανθρώπων μας, πρός ἐμᾶς τούς ἴδιους. Και τότε ἡ ἀγάπη αὐτή, πού μακροθυμεῖ, «πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει καί οὐδέποτε ἐκπίπτει», θά βρῇ ἀνταπόκριση στούς οὐρανούς, ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νά εἴμαστε συνεπεῖς, ὅταν τοῦ λέγωμε: «Ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Θέλει νά εἴμεθα γνήσια παιδιά τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «χρηστός ἐστιν ἐπί τούς ἀχαρίστους καί πονηρούς».

Θέλει νά βασιλεύωμε στά πάθη μας καί νά κυριαρχοῦμε στά ἐνστικτά μας. Θέλει νά ψάλωμε, ὅπως ὁ Δαυίδ τό ἆσμα τῆς ἀνεξικακίας ἐπάνω στή λύρα τῆς ἀγάπης. Θέλει νά ἀνεβαίνωμε συχνά μέχρι τό Γολγοθᾶ καί νά μένωμε ἐκστατικοί μπροστά στό δυσθεώρητον ὕψος τῆς ἀνεξικακίας καί μεγαλοψυχίας τοῦ Ἐσταυρωμένου, καί ἀκούοντάς Τον, μέσα στό σκοτάδι τοῦ πόνου καί τῆς ἀνθρώπινης κακίας, νά λέγῃ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς ۠ οὐ γάρ οἴδασι τι ποιοῦσι», νά βαδίζωμε ἐπί τά ἴχνη Του.
«Ἄφετε καί ἀφεθήσεται ὑμῖν». Εἶναι νόμος κάι ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, εἶναι πηγή ψυχικῆς γαλήνης. Εὐτυχισμένοι ὅσοι θά τόν ἐφαρμόσουν καί θά τόν πειραματισθοῦν. Ἀμήν!

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Αυγούστου 2016



Κυριακὴ Ι' Ματθαίου (Θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου νέου)
 

Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΖ´ 14 - 23
14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΖ´ 14 - 23
14 Και όταν κατέβηκαν και ήλθαν προς το πλήθος, επλησίασεν αυτόν ένας άνθρωπος, που εγονάτισε εμπρός του με ευλάβειαν και είπε· 15 “Κυριε σπλαγχνίσου το παιδί μου, διότι σεληνιάζεται και ταλαιπωρείται πολύ φοβερά· διότι πολλές φορές πίπτει εις την φωτιά και πολλές φορές στο νερό. 16 Και έφερα αυτόν προς τους μαθητάς σου με την παράκλησιν να τον θεραπεύσουν και αυτοί δεν ημπόρεσαν να του χαρίσουν την θεραπείαν”. 17 Απεκρίθη δε ο Ιησούς και είπεν· “ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη από την κακίαν! Εως πότε θα είμαι μαζή σας; Εως πότε θα σας ανέχωμαι; Φερετε μου αυτόν εδώ”. 18 Και επέπληξεν ο Ιησούς το δαιμόνιον και εβγήκεν αυτό από το παιδί, το οποίον και εθεραπεύθη από την ώρα εκείνην. 19 Τοτε επλησίασαν οι μαθηταί τον Ιησούν ιδιαιτέρως και είπαν· “διατί ημείς δεν ημπορέσαμεν να διώξωμε αυτό το δαιμόνιον;” (Είπαν δε τούτο, διότι εις άλλας περιστάσεις είχαν εκδιώξει δαιμόνια). 20 Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτούς· “ένεκα της απιστίας σας. Διότι σας διαβεβαιώνω, εάν έχετε πίστιν σαν το μικρό σπόρο του σιναπιού, θα πήτε στο βουνό τούτο· πήγαινε από εδώ εκεί και θα πάη και τίποτε δεν θα είναι για σας αδύνατον. 21 Μαθετε δε ότι αυτό το είδος των δαιμονίων δεν εκδιώκεται παρά με προσευχήν και νηστείαν”. 22 Ενώ δε περιήρχοντο εις την Γαλιλαίαν, είπε εις αυτούς ο Ιησούς· “ο Υιός του ανθρώπου μέλλει να παραδοθή εις τα χέρια μοχθηρών ανθρώπων 23 και θα τον θανατώσουν, και κατά την τρίτην ημέρα θα αναστηθή”. Και ελυπήθησαν παρά πολύ οι μαθηταί.

Το Ιερό Κήρυγμα




Η χαρά και ο πόνος

 Το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου που ακούσαμε σήμερα, συνέβη μετά την κάθο­δο του Χριστού από το όρος Θαβώρ, όπου μεταμορφώθηκε και έδειξε την δόξα της Θεότητάς Του στους τρεις Μαθητές που παρευρέθηκαν στο θαυμαστό αυτό γεγονός. Αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σημασία του γεγονότος την οποία θα δούμε με το μικρό σχολιασμό που θα ακολουθήση.

Στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν την φωτεινή νεφέλη που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, και ήταν η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξης του Θεού. Συγχρόνως οι Μαθητές είδαν τους δύο Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία να συνομιλούν με τον Χριστό. Τόσο πολύ ευφράνθησαν, ώστε σε κάποια στιγμή ο Απόστολος Πέτρος εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν μονίμως εκεί, και να στήσουν τρεις σκηνές, για τον Χριστό και τους δύο Προφήτες, και αυτοί να παραμένουν εκεί για να βλέπουν την δόξα Του. Όλη αυτή η εικόνα, αλλά και η επιθυμία των Μαθητών, δείχνει τι θα είναι ο Παράδεισος, πως θα ζουν όσοι αξιωθούν να εισέλθουν στον Παράδεισο. Πρόκειται για μια διαρκή θεία Λειτουργία, μια συνε­χή θέα της δόξης του Τριαδικού Θεού.

Οι Μαθητές, μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με μια φοβερή κατάσταση. Συναντούν έναν δαιμονισμένο νέο που βασανίζεται από τον διάβολο, έναν πατέρα να υποφέρη, να βασανίζεται και να ζητά βοή­θεια και συμπαράσταση, μια γενιά που είναι άπιστη και διεστραμμένη και τους Μαθητές Του που απορούσαν γιατί δεν είχαν την δύναμη να ελευθερώσουν τον νέο αυτόν από το δαιμόνιο.

Αυτές οι δύο εικόνες είναι αντίθετες μεταξύ τους. Στην μία βλέπει κανείς την χαρά και την ειρήνη της Βασιλείας του Θεού και στην άλλη βλέπει την τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής με τα προβλήματα και τις ταλαιπωρίες της και γενικά την κατάσταση της Κολάσεως. Αυτό δείχνει και την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος από τον Παράδεισο στον οποίο ζούσε αμέσως μετά την δημιουργία του, όπου απολάμβανε την δόξα του Θεού, εξαναγκάσθηκε να ζη στην κοιλάδα του κλαυθμώνος και των ταλαιπωριών, με τις αρρώστιες, τους δαιμονικούς πειρασμούς, τις στερήσεις, τους θανάτους και τα ποικίλα προβλήματα που δημιουργούν πόνο και οδύνη. Μόνον μέσα από την θέα της θαβωρίου δόξας μπορούμε να καταλάβουμε την τραγική κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε μετά την πτώση μας και την απομάκρυνσή μας από τον Θεό του Φωτός και της δόξης. Αυτό δείχνει και το πως ελπίζουμε και πιστεύουμε να μεταμορφωθή το σώμα μας και να γίνη όμοιο με το σώμα του μεταμορφωθέντος Χριστού.

Αλλά αυτό το αισθανόμαστε και σε κάθε θεία Λειτουργία. Όταν προετοιμαζόμαστε κατάλληλα πριν την θεία Λειτουργία και όταν προσευχόμαστε με συγκεντρωμένο τον νου κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, αισθανόμαστε γαλήνη στην καρδιά, ειρήνη στους λογισμούς, ανάπαυση και πα­ρηγοριά σε ολόκληρη την ύπαρξή μας. Τότε η καρδιά αισθάνεται την παρουσία του Θεού, αλλά αγαπούμε και τους συνανθρώπους μας με τους οποίους προσευχόμαστε και κοινωνούμε από το ίδιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Όταν, όμως, τελειώνη η θεία Λειτουργία και πηγαίνουμε στα σπίτια μας και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που υπάρχουν από τις αρρώστιες, τις περιφρονήσεις και την μοναξιά, από τα πάθη μας, τότε νοσταλγούμε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας και θέλουμε πάλι να εκκλησιασθούμε.

Στην ζωή μας εναλλάσονται οι ώρες της εμπειρίας του Θαβώρ και οι ώρες της εμπειρίας των διαφόρων δυσκολιών. Μακάρι το Θαβώρ, η Βασιλεία του Θεού, το «πνεύμα» της θείας Λειτουργίας να εμπνέουν και να προσανατολίζουν πάντοτε την ζωή μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ




Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Αυγούστου 2016



Κυριακὴ Θ' Ματθαίου (Ὁ Κύριος περιπατεῖ ἐπὶ τῆς θαλάσσης)


Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΔ´ 22 - 34
22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. 27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα· 29 ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; 32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. 33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΔ´ 22 - 34
22 Και αμέσως ο Ιησούς ηνάγκασε τους μαθητάς να εισέλθουν στο πλοίον και να πάνε προ αυτού στο απέναντι μέρος, μέχρις ότου αυτός απολύση τα πλήθη του λαού. (Τούτο δε το έκαμε δια να μη παρασυρθούν και οι μαθηταί από τον άκριτον ενθουσιασμόν των ανθρώπων αυτών, που ήθελαν να τον ανακηρύξουν βασιλέα). 23 Αφού δε διέλυσε τα πλήθη, ανέβη στο όρος, δια να προσευχηθή μόνος και απερίσπαστος. Οταν δε άρχισε να νυκτώνη, ήτο μόνος. 24 Το δε πλοίον ευρίσκετο στο μέσον της θαλάσσης και εταλαιπωρείτο πολύ από τα κύματα, διότι ήτο αντίθετος ο άνεμος. 25 Κατά δε τα χαράματα, το τέταρτον τρίωρον της νυκτός, κατά τον χρόνον που η τετάρτη βάρδια των φρουρών ανελάμβανε υπηρεσίαν, ήλθεν ο Ιησούς προς τους μαθητάς περιπατών επάνω εις την θάλασσαν. 26 Οταν δε τον είδαν οι μαθηταί να περιπατή επάνω εις την θάλασσαν, εταράχθησαν και έλεγαν ότι είναι φάντασμα και από τον φόβον έκραξαν. 27 Αμέσως όμως ωμίλησεν ο Ιησούς προς αυτούς και τους είπε· “θάρρος, εγώ είμαι· μη φοβείσθε”. 28 Απεκρίθη δε εις αυτόν ο Πετρος και είπε· “Κυριε, εάν είσαι συ, διάταξέ με να έλθω προς σε περιπατών επάνω εις τα νερά”. 29 Ο δε Κυριος του είπε· “έλα”. Κατέβηκε ο Πετρος από το πλοίον και επεριπάτησε επάνω εις τα νερά, δια να έλθη στον Ιησούν. 30 Οταν όμως είδε τον άνεμον ισχυρόν, εφοβήθη, εκλονίσθη η πίστις του, ήρχισε να βυθίζεται και εφώναξε δυνατά λέγων· “Κυριε σώσε με”. 31 Αμεσως δε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του, τον έπιασε και του είπε· ολιγόπιστε διατί εκλονίσθης εις την πίστιν και εδειλίασες;” 32 Οταν δε ανέβησαν στο πλοίον, έπαυσε ο άνεμος. 33 Οι μαθηταί, που ήσαν στο πλοίον, ήλθαν, εγονάτισαν με σεβασμόν προς αυτόν και είπαν· “αληθινά συ είσαι Υιός του Θεού”. 34 Και αφού διέσχισαν την θάλασσαν, ήλθαν εις την χώραν της Γεννησαρέτ.

Το Ιερό Κήρυγμα

Κυριακή Θ΄Ματθαίου. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Κυριακή Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. ιδ΄, 22-34)
Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν
ὁμιλία ν΄
  
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
α΄. Γιατὶ ἀνεβαίνει στὸ βουνό; Γιατὶ μᾶς διδάσκει, ὅτι εἶναι καλὴ ἡ ἐρημιὰ καὶ ἡ μοναξιὰ, ὅταν πρέπη νὰ προσευχηθοῦμε στὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ φεύγει ἀδιάκοπα στὶς ἐρημιὲς κι ἐκεῖ πολλὲς φορὲς περνᾶ τὴ νύχτα του  μὲ προσευχή.  Μᾶς διδάσκει νὰ  ἐπιδιώκωμε στὶς προσευχές μας τὴ γαλήνη ποὺ προσφέρει ἡ ὥρα κι ὁ τόπος. Μητέρα τῆς ἡσυχίας εἶναι ἡ ἔρημος, καὶ γαλήνη καὶ λιμάνι, μᾶς προφυλάγει ἀπὸ τοὺς θορύβους.
Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἐκεῖνος ἔπαιρνε τὸ δρόμο τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ μαθηταὶ ταλαπωροῦνται πάλι κι ὑπομένουν τρικυμία ὅπως καὶ προηγούμενα μόνο ποὺ τότε ἦταν μαζί τους στὸ πλοῖο, ἐνῶ τώρα εἶναι μόνοι τους. Ἤρεμα καὶ προσεκτικὰ τοὺς κοιτάζει καὶ τοὺς μεταφέρει στὰ ψηλότερα καὶ στὴν γνήσια ἀντιμετώπιση ὅλων. Γι’ αὐτὸ, ὅταν ἦταν νὰ κινδυνέψουν γιὰ πρώτη φορὰ ἦταν μαζί τους μόνο ποὺ κοιμόταν, ὥστε νὰ τοὺς βοηθήσει ἀμέσως.  Τώρα ὅμως δὲν τὸ κάνει αὐτό, ἐπειδὴ θέλει νὰ τοὺς ὁδηγήση σὲ ἀνώτερη ὑπομονή.  Ἀλλὰ φεύγει και ἐπιτρέπει στὴ μέση τῆς θάλασσας νὰ σηκωθῆ ἡ τρικυμία,  ὥστε ἀπὸ πουθενὰ νὰ μὴν περιμένουν ἐλπίδα σωτηρίας καὶ τοὺς ἀφήνει ὅλη τὴ νύχτα νὰ ταλαιπωροῦνται, ξυπνῶντας τὴν καρδιὰ τους ἀπὸ τὸ λήθαργό της.  Λήθαργος εἶναι ὁ φόβος ποὺ προκαλεῖ ἡ τρικυμία καὶ ἡ δύσκολη περίσταση.  Μαζὶ μὲ τὸ ξύπνημα τοὺς κάνει νὰ ἐπιθυμήσουν περισσότερο τὴν παρουσία του καὶ νὰ τὸν θυμοῦνται ἀδιάκοπα. Γι’ αὐτὸ δὲν ἦρθε ἀμέσως κοντά τους. Τὴν τετάρτη  φυλακὴ τῆς νύκτας, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, πῆγε σ’ αὐτοὺς περπατῶντας πάνω στὴ θάλσασσα. Ἤθελε νὰ τοὺς διδάξη νὰ μὴ ζητοῦν ἄμεση λύση τῶν δεινῶν τους ἀλλὰ νὰ ὑπομένουν  μὲ γενναιότητα ὅ,τι τοὺς τύχαινε.  Καὶ ἀκριβῶς ὅταν τοὺς γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα ὅτι θ’ ἀπαλλαγοῦν, τότε δυνάμωσε πάλι ὁ φόβος. Ὅταν τὸν εἶδαν οἱ μαθηταὶ νὰ περπατᾶ πάνω στὴ θάλασσα ταράχτηκαν, λέγοντας πὼς εἶναι φάντασμα κι ἔβαλαν κραυγὴ ἀπὸ τὸ φόβο τους. Πάντοτε κάνει τὸ ἴδιο. Ὅταν  εἶναι νὰ διαλύση δεινά, προσθέτει ἄλλα βαρύτερα καὶ πιὸ φοβερά. Αὐτὸ ἔγινε καὶ τότε.  Μαζὶ μὲ τὸ χειμῶνα τοὺς ἐτάραξε καὶ τὸ θέαμα ὄχι λιγώτερο ἀπὸ τὸ χειμῶνα. Γι’ αὐτὸ οὔτε τὸ σκοτάδι διέλυσε οὔτε φανέρωσε ἀμέσως τὸν ἑαυτό Του. Τοῦ γύμναζε, ὅπως εἶπα,  μὲ τὴ συνέχεα τῶν φόβων καὶ τοὺς ἐδίδασκε νὰ εἶναι καρτερικοί. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ στὴ περίπτωση τοῦ Ἰώβ, ὅταν ἦταν νὰ σταματήση τὸν πειρασμό. Τότε ἐπέτρεψε νὰ ρθοῦν   τὰ χειρότερα. Δὲν ἐννοῶ τὸ θάνατο τῶν παιδιῶν ἤ τὰ λόγια τῆς γυναίκας του ἀλλὰ τὶς βρισιὲς τῶν δούλων καὶ τῶν φίλων του. Κι ὅταν ἦταν νὰ ἁρπάξη τὸν Ἰακώβ ἀπὸ τὴ ταλαιπωρία του στὴν ξένη χώρα, τότε ἄφησε νὰ δημιουγηθῆ καὶ νὰ γίνη μεγαλύτερη ταραχή. Γιατὶ κι ὁ προστάτης του τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἀπειλοῦσε μὲ θάνατο, κι ὅταν ὕ   στερ’ ἀπ’ αὐτὸν ἦταν νὰ τὸν διαδεχθῆ ὁ ἀδελφός του, τὸν ἀπείλησε μὲ τὸν μεγαλύτερο κίνδυνο. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸ καὶ μακροχρόνιος καὶ ἔντονος νὰ εἶναι ὁ πειρασμός. Ἐπιτείνει ὁ Θεὸς τὶς δοκιμασίες τῶν δικαίων, ὅταν πλησιάζη ἡ ἔκβαση τοῦ ἀγῶνα τους, θέλοντας νὰ τοὺς  προσπορίση περισσότερο κέρδος. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ στὸν Ἀβραάμ, ὁρίζοντάς του τελευταῖον ἆθλο τὴ θυσία τοῦ παιδιοῦ του. Ἔτσι μπορεῖ νὰ ὑποφέρει κανένας τὰ ἀνυπόφορα ὅταν ἔρχωνται στὸ τέλος κι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπ’ αὐτὰ εἶναι κοντά. Αὐτὸ λοιπὸν ἔκαμε καὶ τότε καὶ δὲ φανέρωσε πρωτύτερα ὁ Χριστὸς τὸν ἑαυτό του, ὥσπου ἔβαλαν κραυγή. Ὅσο περισσότερο ἐπιτεινόταν ἡ ἀγωνία τους, τόσο μὲ χαρὰ μεγαλύτερη δέχτηκαν τὴν παρουσία του. Ἔπειτα, ὅταν ἐφώναζαν, λέει, Ἀμέσως τοὺς μίλησε ὁ Χριστός, «Θάρρος. Ἐγὼ εἶμαι. Μὴ φοβᾶστε». Αὑτὸς ὁ λόγος ἔδιωξε τὸν φόβο τους καὶ τοὺς ἔκαμε ν’ ἀναθαρρήσουν. Ἐπειδὴ μὲ τὰ μάτια τους δὲν τὸν καταλάβαιναν ἀπ’ τὸ παράδοξο βάδισμα καὶ τὴ δύσκολη στιγμή, φανερώνεται ἀπὸ τὴ φωνή. Κι ὁ Πέτρος, ὁ  ζωηρὸς σὲ ὅλα καὶ πιὸ βιαστικὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν κρατιέται· Ἄν εἶσαι σύ, Κύριε,   πρόσταξε με νἀθρῶ κοντά σου πάνω στὸ νερό. Δὲν εἶπε προσευχήσου καὶ παρακάλεσε ἀλλὰ πρόσταξέ με. Βλέπετε ζωηρότητα καὶ πίστη; Μ’ ὅλο ποὺ σὲ πολλὰ αὐτὴ τὸν κάμει νὰ κινδυνεύη, γιατὶ ζητᾶ πέρα ἀπ’ τὸ μέτρο. Κι ἐδῶ πολὺ μεγάλο ζήτησε, μόνο ἀπὸ ἀγάπη, ὄχι γιὰ ἐπίδειξη.  Δὲν εἶπε πρόσταξε με νὰ βαδίσω στὰ νερὰ, ἀλλὰ πρόσταξε με νἀρθῶ κοντά σου. Κανένας δὲν ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπ’ αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ· τ ὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ  μετὰ τὴν ἀνάσταση.  Δὲν κρατήθηκε  νἀρθῆ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἔτρεξε πρῶτος. Καὶ δὲ δείχνει τὴν ἀγάπη μόνο παρὰ καὶ τὴν πίστη.  Γιατὶ δὲν πίστεψε μονάχα ὅτι μπορεῖ ὁ Χριστὸς νὰ περπατᾶ πάνω στὴ θάλασσα   ἀλλὰ ὅτι μπορεῖ καὶ σ’ ἄλλους νὰ δώση αὐτὴ τὴ δύναμη καὶ θέλει ἀμέσως νὰ βρεθῆ κοντά του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε, ἔλα. Κατέβηκε τότε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ πλοῖο, περπάτησε πάνω στὸ νερὸ καὶ πῆγε πρὸς τὸν Ἰησοῦ. Βλέποντας ὅμως ἰσχυρὸ τὸν ἀέρα, φοβήθηκε κι ὅταν ἄρχισε νὰ βουλιάζη, ἔβγαλε δυνατὴ κραυγή· Κύριε σῶσε με.  Ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι του καὶ τὸν ἔπιασε.  Γιατὶ δίστασες, ὀλιγόπιστε; Αὐτὸ εἶναι πιὸ παράδοξο ἀπὸ τὸ πρῶτο.  Γι’ αὐτὸ γίνεται δεύτερο. Ὅταν  ἔδειξε πὼς εἶναι  Κύριος τῆς θάλασσας, τότε ὁδηγεῖ  καὶ στὸ μεγαλύτερο θαῦμα.  Τότε μόνο  τοὺς ἀνέμους ἐπιτίμησε τώρα καὶ ὁ ἴδιος βαδίζει καὶ σ’ ἄλλον δίνει τὴ δύναμη νὰ κάνη τὸ ἴδιο. Ἄν αὐτὸ πρόσταζε  νὰ γίνη   ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὁ Πέτρος δὲ θὰ τὸ δεχόταν ὅμοια, γιατὶ δὲν εἶχε ἀ ποκτήσει ἀκόμα τόση πίστη.
β.Γιὰ ποιὸ λόγο τὸ ἐπέτρεψε ὁ Χριστὸς;  Ἄν τοῦ ἔλεγε, Δὲν μπορεῖς, μπορεῖ νὰ ἔφερνε ἀντίρρηση, ἐπειδὴ  ἦταν ζωηρός. Γι’ αὐτὸ ἀφήνει νὰ πεισθῆ ἀπὸ τὰ πράγματα, γιὰ νὰ γίνη φρονιμώτερος στὸ μέλλον. Οὔτε ἔτσι δὲ σταματᾶ.  Κατεβαίνει καὶ παραδίδεται στὸν κλυδωνισμό·  δοκίμασε φόβο·  τὸν κλυδωνισμὸ τὸν προξένησε ἡ τρικυμία,  τὸ φόβο ὁ ἄνεμος.  Ὁ Ἰωάννης γράφει ὅτι Ἤθελαν νὰ τὸν πάρουν στὸ πλοῖο κι ἀμέσως τὸ πλοῖο προσέγγισε στὴ γῆ, ὅποῦ κατευθύνονταν.  Καὶ λέει τὸ ἴδιο ἀκριβῶς. Ὥστε ἐνῶ ἦταν νὰ βγοῦνε στὴ γῆ, μπῆκε στὸ πλοῖο.  Κατέβηκε λοιπὸν ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ πήγαινε σ’ ἐκεῖνον.  Δὲ χαιρόταν τόσο, ποὺ περαπατοῦσε πάνω στὰ νερά, ὅσο γιατὶ πήγαινε κοντὰ σ’ ἐκεῖνον.  Κι ἐνῶ νίκησε τὸ μεγαλύτερο, κακοπαθεῖ ἀπὸ τὸ λιγώτερο, τὴν ὁρμὴ τοῦ ἀνέμου, ὄχι τῆς θάλσσας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση·  πολλὲς φορὲς πετυχαίνει τὰ μεγάλα, ἐνῶ ἀποτυχαίνει στὰ μικρά.
Ὅ,τι ἔπαθε ὁ Ἠλίας μὲ τὴν Ἰεζάβελ, ὅτι ὁ Μωϋσῆς μὲ τὸν Αἰγύπτιο κι ὁ Δαυΐδ μὲ τὴ Βηρσαβεέ. Ἔτσι κι αὐτός. Ἐνῶ ὁ φόβος ἦταν ἀκόμα στὸ κορύφωμά του, ἔκαμε θάρρος νὰ περπατήση στὰ νερά.  Στὸ φύσημα ὅμως τοῦ ἀνέμου δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ σταθῆ, καὶ μάλιστα ἐνῶ ἦταν κοντὰ   στὸ Χριστό.  Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται ὅτι δὲν ὠφελεῖ   νὰ εἶσαι κοντὰ  στὸ Χριστὸ ἄν δὲν πιστεύης. Αὑτὸ καὶ τὴν ἀπόσταση τοῦ Δασκάλου δείχνει ἀπὸ τὸ μαθητὴ καὶ ἡσύχασε καὶ τοὺς ἄλλους. Γιατὶ ἄν θύμωσαν μὲ τοὺς δύο ἀδελφούς, πολὺ περισσότερο θὰ θύμωναν ἐδῶ. Δὲν εἶχαν ἀκόμα ἀξιωθῆ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔπειτα ἄλλαξαν.  Παντοῦ  παραχωροῦν τὰ πρωτεῖα στὸν Πέτρο    καὶ στὶς ὁμιλίες πρὸς τὸ λαὸ αὐτὸν βάζουν μπροστά,   ἄν καὶ ἦταν τραχύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους.  Γιατὶ τώρα δὲν πρόσταξε τοὺς ἀνέμους  νὰ σταματήσουν, ἀλλὰ ἅπλωσε ὁ ἴδιος τὸ χέρι καὶ τὸν ἔπιασε; Γιατὶ ἦταν ἀνάγκη νὰ πιστέψη ἐκεῖνος. Ὅταν  ὑστεροῦμε  ἐμεῖς, ἀδρανεῖ  ὁ Θεός.  Δείχνοντας ὅ τι τὴ μεταβολὴ δὲν τὴν ἔκαμε τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου ἀλλὰ ἡ ὀλιγοπιστία του, τοῦ λέει·  Γιατὶ δίστασες, ὀλιγόπιστε; Ὥστε ἄν δὲν ἀσθενοῦσε ἡ πίστη, θ’ ἀντιστεκόταν \εὔκολα καὶ  στὸν ἄνεμο. Γι’ αὐτὸ κιόλα    τὸν πιάνει  ἀπ’ τὸ χέρι κι ἀφήνει  νὰ φυσᾶ, δείχνοντας ὅτι σὲ τίποτα αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει, ὅταν ἡ πίστη εἶναι σταθερή.  Καὶ ὅπως τὸ  μικρὸ πουλί, ποὺ βγαίνει μιὰ στιγμὴ ἀπ’ τὴ φωλιὰ κι εἶναι νὰ γκρεμιστῆ, τὸ ἁρπάζη ἡ μάννα του στὰ φτερά της καὶ τὸ φέρνει  στὴ φωλιὰ πάλι, ἔτσι ἔκαμε κι ὁ Χριστός. Ὅταν μπῆκαν στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος. Πρὶν ἀπὸ τοῦτο ρωτοῦσαν ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἀκοῦν οἱ ἄνεμοι κι ἡ θάλασσα.  Τὼρα δὲ λένε ἔτσι.  Αὐτοὶ ποὺ ἦσαν στὸ πλοῖο ἦρθαν καὶ τὸν προσκύνησαν, γράφει, καὶ τοῦ εἶπαν·  Εἶναι ἀληθινὰ γιὸς τοῦ Θεοῦ.  Βλέπετε πῶς βαθμιαῖα τοὺς ἀνέβασε ὅλους ψηλότερα;  Κι ἀπὸ τὸ βάδισμα πάνω στὴ θάλασσα κι ἀπὸ τὴ διαταγὴ του σὲ ἄλλον νὰ κάμη τὸ ἴδιο, κι ἀπὸ  τὴ διάσωση ἐκείνου ποὺ κινδύνευε, πολλὴ πίστη προξενήθηκε.  Τότε ἐπετίμησε τὴ θάλασσα·  τώρα δὲν τὴν ἐπιτιμᾶ·  μὲ ἄλλον τρόπο ἀνώτερο δείχνει τὴ δύναμή του.  Γι αὐτὸ κι ἔλεγαν.  Εἶσαι ἀληθινὰ Γιὸς τοῦ Θεοῦ.  Μήπως τοὺς ἐμάλλωσε ἐπειδὴ τὸ εἶπαν αὐτὸ;  Ἀντίθετα, ἐπιβεβαίωσε τὸ λόγο, θεραπεύοντας μὲ μεγαλύτερη ἐξουσία, κι ὄχι ὅπως πρῶτα, ὅσους πλησιάζουν.  Πέρασαν ἀπέναντι λέει ὁ Εὐαγγελιστής, κι ἦρθαν στὴν Γεννησαρέτ.  Καὶ ὅταν τὸν κατάλαβαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἔστειλαν σ’ ὅλη τὴν περιοχὴ καὶ τοῦ ἔφεραν  ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς καὶ παρακαλοῦσαν ν’ ἀγγίσουν τὴν ἄκρη τοῦ ρούχου του.  Κι ὅσοι ἄγγισαν σώθηκαν.  Οὔτε τὸν πλησίαζαν ὅπως προηγούμενα.  Δὲν τὸν τραβοῦσαν στὰ σπίτια τους,  οὔτε ζητοῦσαν ν’ ἀγγίζουν τὸ χέρι του ἤ  μὲ τὸ λόγο του νὰ διατάζη.  Ἀλλὰ ζητοῦσαν τὴ θεραπεία μὲ τρόπο ἀνώτερο πνευματικώτερο καὶ μὲ περισσότερη   πίστη.  Τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν δίδαξε ἡ γυναίκα   μὲ τὴν αἱμορραγία καὶ θέλοντας ὁ Εὐαγγελιστὴς νὰ δείξη ὅτι εἶχε ἔρθει στὰ μέρη αὐτὰ ἔπειτα ἀπὸ πολὺν καιρὸ, μᾶς λέει ὅτι  Μόλις πῆραν εἴδηση  οἱ κάτοικοι τῆς περοιχῆς  ἔστειλαν γύρω καὶ τοῦ ἔφεραν ὅλους τοὺς ἄρρωστους.  Ὁ καιρὸς ὅμως ὄχι μόνο τὴν πίστη δὲν ἔσβησε, ἀλλὰ  καὶ μεγαλύτερη τὴν ἔκαμε καὶ τὴ διατήρησε.  Ἄς ἀγγίσωμε λοιπὸν κι ἐμεῖς τὴν ἄκρη τοῦ ρούχου του.  Ἄς μὴ ξεχνοῦμε καλύτερα, ὅτι τὸν ἔχομε ὅλον στὴ διάθεσή μας.  Ἰδοὺ καὶ τὸ σῶμα του ἐδῶ ἐμπρός μας. Ὄχι μονάχα τὸ ροῦχο, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα του.  Καὶ ὄχι μόνο γιὰ νὰ τὸν ἀγγίσωμε ἀλλὰ  καὶ νὰ φᾶμε καὶ νὰ τὸν πάρωμε μέσα μας.  Ἄς πλησιάσωμε λοιπὸν μὲ πίστη, καθένας ποὺ ἔχει ἀσθένεια.  Ἄν αὐτοὶ ποὺ ἄγγισαν τὸ ροῦχο, ἄντλησαν τόση δύναμη, πόσο περισσότερη θὰ πάρουν αὐτοὶ ποὺ τὸν κατέχουν ὁλόκληρο;  Καὶ δὲν ἐνδιαφέρει μόνο τὸ νὰ λάβωμε ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ προσέλθωμε μὲ πίστη καὶ νὰ τὸν ἀγγίσωμε μὲ καθαρὴ καρδιά, νὰ αἰσθανθοῦμε ἔτσι, ἀφοῦ θὰ δεχθοῦμε μὲ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Δὲν ἀκοῦτε τὴ φωνὴ, ἀλλὰ τὸν βλέπετε νὰ κοίτεται  μπροστὰ μας.  Ἀλλὰ καὶ τὴ φωνὴ του ἀκοῦτε μιλάει μὲ  τὸ στόμα τῶν εὐαγγελιστῶν.
γ΄ Πιστέψετε λοιπόν, ὅτι καὶ τώρα εἶναι ἐκεῖνο τὸ δεῖπνο, ὅπου  κι ὁ ἴδιος εἶχε λάβει μέρος.  Σὲ τίποτα δὲν διαφέρει τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.  Δὲν κάμει τοῦτο ἄνθρωπος κι ἐκεῖνο ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος καὶ τὰ δύο.  Ὅταν  βλέπετε λοιπὸν τὸν ἱερέα νὰ σᾶς κοινωνῆ, μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ  ὅτι ἁπλώνεται τὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ.  Κι ὅταν ὁ ἱερεὺς σὲ βαπτίζει, ὁ Θεὸς  μὲ τὴν ἀόρατη δύναμή του εἶναι ποὺ σοῦ  κρατάει τὸ κεφάλι καὶ μήτε  ἄγγελος  μήτε  ἀρχάγγελος μήτε  κανένας ἄλλος τολμᾶ νὰ πλησιάση καὶ ν’ ἀγγίση.  Ἔτσι καὶ τώρα. Ὅταν σὲ ἀναγεννᾶ ὁ Θεός,  εἶναι δικὴ του δωρεά.  Κοιτάξετε αὐτοὺς ποὺ υἱοθετοῦν ἐδῶ,  πῶς δὲν ἀναθέτουν σὲ δούλους τους ἀλλὰ παρουσιάζονται οἱ ἴδιοι στὸ δικαστήριο.  Ἵδια κι ὁ Θεὸς δὲν ἀναθέτει στοὺς ἀγγέλους νὰ κάνουν τὸ δῶρο.  Εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος καὶ προστάζει· Μὴ φωνάξετε πατέρα πάνω στὴ γῆ. Δὲν τὸ λέει γιὰ νὰ προσβάλωμε ἐκείνους ποὺ μᾶς   γέννησαν ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσωμε τὴν πρώτη θέση ἀπ’ ὅλους ἐκείνους σ’ αὐτὸν ποὺ μᾶς   ἔπλασε καὶ μᾶς ἔγραψε παιδιά του. Αὐτὸς μᾶς μᾶς ἔδωσε μεγαλύτερο δῶρο, ἀφοῦ μᾶς παράθεσε τὸν ἑαυτό του, πολὺ περισσότερο δὲ θὰ μᾶς θεωρήση ἀνάξιους νὰ μᾶς μοιράση τὸ σῶμα του. Ἄς ἀκούσωμε λοιπὸν ὅλοι, ἱερεῖς καὶ λαὸς, γιὰ ποιὸ πρᾶγμα κριθήκαμε ἄξιοι. Ἄς ἀκούσωμε κι ἄς φρίξωμε.  Μᾶς ἔκαμε τὸ δῶρο νὰ χορτασθοῦμε ἀπὸ τὶς ἅγιες σάρκες του, ἐθυσίασε γιὰ μᾶς τὸν ἑαυτό του καὶ μᾶς τὸν παραθέτει. Ποιὰ θὰ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀπολογία μας, ὅταν, μὲ τέτοια τροφή, κάνουμε τέτοιες ἁμαρτίες; Ὅταν τρῶμε τὸ ἀρνίο καὶ γινόμαστε λυκοι, ὅταν τρεφώμαστε μὲ πρόβατο κι ἁπράζωμε ὅπως τὰ λεοντάρια; Τὸ μυστήριο τῆς Θ. κοινωνίας ἀπαιτεῖ ν’ ἀπέχωμε παντοντινὰ ὄχι μόνο ἀπὸ ἁρπαγὲς ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ἁπλὸ μῖσος.  Τοῦτο εἶναι τὸ μυστήριο τῆς εἰρήνης. Δὲν ἐπιτρέπει νὰ διεκδικοῦμε ὑλικὰ πράγματα.  Γιατὶ ἄν ὀ ἴδιος δὲ λυπήθηκε τὸν ἑαυτὸ του γιὰ χάρη μας, γιὰ ποιὰ τιμωρία θὰ εἴμαστε ἄξιοι ἐμεῖς νὰ λογαριάζωμε τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ λογαριάζωμε τὴν ψυχὴ μας, ποὺ γιὰ χάρη της ἐκεῖνος δὲ λογάριασε τὸν ἑαυτό του; Καὶ στοὺς Ἰουδαίους ἔδωσε μὲ τὶς ἐορτὲς εὐκαιρίες νὰ θυμοῦνται κάθε χρόνο τὶς εὐεργεσίες του, σ’ ἐμᾶς μὲ τοῦτα τὰ μυστήρια ἔδωσε εὐκαιρία καθημερινή. Μὴ ντρέπεσαι λοιπὸν γιὰ τὸ σταυρό. Αὐτὰ εἶναι δικά μας σεμνώματα, αὐτὰ τὰ μυστήρια τὰ  δικὰ μας  Αὐτὸ εἶναι τὸ κόσμημα, ποὺ το στολιζόμαστε. Κι ἄν πῶ ὅτι τέντωσε τὸν οὐρανό, ὅτι ἅπλωσε τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα, πὼς ἔστειλε προφῆτες κι ἀγγέλους, κανένα δὲν εἶναι ἴσο μ’ ἐκεῖνο. Ἡ κορωνίδα τῶν ἀγαθῶν εἶναι αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπολόγισε τὸν Γιό του, γιὰ σώση τοὺς δούλους ποὺ ἀποξενώθηκαν ἀπ’ αὐτόν. Κανένας Ἰούδας, λοιπὸν καὶ κανένας Σίμωνας ἄς μὴν πλησιάση σ’ αὐτὸ τὸ τραπέζι: κι οἱ δὺο χάθηκαν ἀπὸ τὴ φιλαργυρία τους. Ἄς ἀποφύγωμε αὐτὸ τὸ βάραθρο κι ἄς μὴ νομίζωμε ὅτι μᾶς φτάνει γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀφοῦ γδύσωμε τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά , ποτήριο ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀδαμαντοποίκλιτο νὰ προσφέρωμε στὴν τράπεζα. Ἄν θέλωμε  νὰ τιμήσωμε τὴ θυσία, ἄς προσφέρωμε τὴν ψυχή μας ποὺ γι’ αὐτὴν θυσιάστηκε. Αὐτὴ νὰ κάμωμε χρυσῆ. Ἄν αὐτὴ μένει χειρότερη ἀπὸ κόκκαλο καὶ μολύβι κι εἶναι μόνο τὸ σκεῦος χρυσό, ποιὸ τὸ ὄφελος; Ἄς μὴ προσέχωμε λοιπὸν αὐτὸ μονάχα, πὼς νὰ προσφέρωμε σκεύη χρυσᾶ ἀλλὰ καὶ νὰ προέρχωνται ἀπὸ δίκαιους κόπους. Τότε εἶναι πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ χρυσᾶ, ὅταν δὲν ἔχουν πλεονεξία. Δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία χρυσοχοεῖο οὔτε ἀργυροκοπεῖο, ἀλλὰ σύναξη ἀγγέλων. Γι’ αὐτὸ ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ ψυχές. Γιὰ χάρη τῶν ψυχῶν δέχεται ὅλα αὐτὰ ὁ Θεός. Δὲν ἦταν τότε ἐκεῖνο τὸ τραπέζι ἀπὸ ἀσήμι οὔτε τὸ ποτήρι ἀπὸ χρυσό, ποὺ μ’ ἐκεῖνο ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὰς του τὸ αἷμα του. Ἦσαν ὅλα ἐκεῖνα ἀκριβὰ καὶ φρικτὰ, γιατὶ ἦσαν γεμᾶτα ἀπὸ πνεῦμα. Θέλεις νὰ τιμήσης τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν τὸ περιφρονήσης γυμνό. Μήτε νὰ τὸν τιμᾶς ἐδῶ μὲ ροῦχα μεταξωτὰ καὶ ν’ ἀδιαφορήσης, ὅταν τὸν βλέπης νὰ πεθαίνη ἔξω ἀπὸ τὴν παγωνιὰ καὶ τὴ γύμνια. Ὁ ἴδιος ποὺ εἶπε Αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου, καὶ τὸ ἐπιβεβαίωσε μὲ τὸ λόγο του, εἶπε καὶ τὸ ἄλλο· Μὲ εἴδατε πεινασμένο καὶ δὲ μοῦ δώσαστε φαγητό. Καὶ ἀκόμα. Ἀφοῦ δὲν τὸ ἐπράξατε σ’ ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀσήμαντους, δὲν τὸ ἐπράξατε οὔτε σ’ ἐμένα. Αὐτὸ δὲν χρειάζεται ροῦχα, ἀλλὰ καθαρὴ ψυχή. Ἐκεῖνο ὅμως χρειάζεται πολλὴ φροντίδα. Ἄς μάθωμε λοιπὸν νὰ ζοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ τιμοῦμε τὸ Χριστό, ὅπως ἐκεῖνος θέλει. Γιατὶ ἡ πιὸ εὐχάριστη τιμὴ γιὰ τὸν τιμώμενο εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁ ἴδιος θέλει, ὄχι αὐτὴ ποὺ ἐμεῖς νομίζομε. Κι ὁ Πέτρος ἀπέδειξε ὅτι τὸν τιμοῦσε ἐμποδίζοντάς τον νὰ τοῦ πλύνη τὰ πόδια· αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὅμως ἦταν ἀντίθετο τῆς τιμῆς.  Κι ἐσὺ νὰ τὸν τιμᾶς μὲ τὴν τιμή, ποὺ ὁ ἴδιος ὥρισε· ξοδεύοντας τὸν πλοῦτο σου στοὺς φτωχούς. Δὲν ἔχει ὁ Θεός ἀνάγκη ἀπὸ χρυσᾶ σκεύη ἀλλὰ ἀπὸ ψυχὲς χρυσές.
δ΄. Δὲ θέλω νὰ ἐμποδίσω νὰ κατασκευάζωνται πολύτιμα ἀφιερώματα. Θεωρῶ ὅμως ὅτι μαζὶ μ’ αὐτὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὰ ἀξίζει νὰ ἀσκοῦμε τὴν ἐλεημοσύνη. Κι αὐτὰ τὰ δέχεται, περισσότερο ὅπως ἐκείνη. Σ’ αὐτὰ ὠφελεῖται μόνο αὐτὸς ποὺ προσφέρει, σ’ ἐκείνην ὅμως κι αὐτὸς ποὺ δέχεται. Ἐδῶ μπορεῖ νὰ νομιστῆ τὸ πρᾶγμα σὰν ἀφορμὴ   φιλοδοξίας, ἐνῶ ἐκεῖ ὅλα εἶναι ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία.  Ποιὸ τὸ ὄφελος νὰ εἶναι γεμάτη ἡ τράπεζά του ἀπὸ χρυσὰ ποτήρια κι ὁ ἴδιος νὰ πεθαίνει τῆς πείνας; Χόρτασε πρῶτα τὴν πεῖνα του καὶ τότε ὡς ἐκ περισσοῦ στόλισε καὶ τὴν τράπεζά του. Ἀφιερώνεις χρυσὸ ποτῆρι καὶ δὲν προσφέρης ἕνα ποτήρι νερό; Τί ὠφελεῖσαι; Κάμει χρυσοκέντητα σκεπάσματα τῆς τράπεζας καὶ δὲν δίνεις στὸν ἴδιο μέρος ἀπαραίτητο γιὰ κατάλυμα, τί κερδίζεις ἀπ’ αὐτό; Πέστε μου. Ἄν βλέπαμε κάποιον ποῦ στερεῖται τὴν ἀπαραίτητη τροφὴ καὶ ἀφίνοντάς τον νὰ εὔρη τρόπο νὰ ὑπερνικήση τὴ πείνα του, ἐμεῖς ντύναμε μονάχα μὲ ἀσήμι τὸ τραπέζι του, ἆραγε θὰ μᾶς ἀναγνώριζε τὴ χάρη καὶ δὲ θὰ δοκίμαζε μεγαλύτερη ἀγανάκτηση; Κι ἄν τὸν ἐβλέπαμε ντυμένο μὲ κουρέλια καὶ τὸ κρύο νὰ τὸν παγώνη καὶ ἀντὶ νὰ τοῦ δώσωμε ροῦχα τοῦ φτιάχνομαι χρυσοὺς κίονες λέγοντας ὅτι τὸ κάνομε γιὰ νὰ τὸν τιμήσωμε δὲ θὰ ἰσχυριζόταν ὅτι τὸν εἰρωνευόμαστε καὶ δὲ θὰ θεωροῦσε τὸ πρᾶγμα ἔσχατη ὕβρη; Σκέψου το αὐτὸ καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν γυρίζη πλάνης καὶ ξένος, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ στέγη, κι ἐσὺ ἀντὶ νὰ τὸν ὑποδεχτῆς στολίζης τὰ πατώματα καὶ τοὺς τοίχους καὶ τὰ κιονόκρανα καὶ κρεμᾶς ἁλυσιδες ἀπὸ λαμπάδες ἀσημένιες καὶ καθόλου δὲ θέλης νὰ κοιτάξης τὸν ἴδιο ποὺ εἶναι ἁλυσοδεμένος στὸ δεσμωτήριο. Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ ἐπειδὴ θέλω νὰ σᾶς ἀνακόψω ἀπὸ τέτοιες φιλοτιμίες, ἀλλὰ νὰ κάμετε αὐτὰ μαζὶ μ’ ἐκεῖνες, ἤ μᾶλλον γιὰ νὰ σᾶς συστήσω νὰ κάνετε αὐτὰ πρὶν ἀπ’ αὐτές.  Κανένας δὲν κατηγορήθηκε, ἐπειδὴ δὲν ἐνδιαφέρθηκε γι’ αὐτά.  Γιὰ τὴν παραμέληση ὅμως τῶν ἄλλων αἰωρεῖται ἡ ἀπειλὴ τῆς γέενας καὶ τῆς ἄσβηστης φωτιᾶς καὶ ἡ τιμωρία μαζὶ μὲ τοὺς δαίμονοες. Μὴ στολίζης λοιπὸν τὸ ναὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀδιαφορεῖς γιὰ τὴ θλίψη τοῦ ἀδελφοῦ σου. Αὐτὸς εἶναι ἀπὸ κεῖνον ἀνώτερος ναός. Καὶ τὰ κειμήλια αὐτὰ θὰ μπορέσουν νὰ τ’ ἀφαιρέσουν καὶ βασιλιὰδες ἄπιστοι καὶ τύραννοι καὶ λησταί. Ὅσα ὅμως προσφέρεις στὸν πεινασμένο ἀδελφό σου, καὶ τὸν ξένο καὶ τὸν γυμνὸ οὔτε ὁ ἴδιος ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κλέψη, ἀλλὰ παραμένουν σὲ θησαυροφυλάκιο ἀπαραβίαστο. Γιατὶ λοιπὸν αὐτὸς λέγει Τοὺς φτωχοὺς πάντα τοὺς ἔχετε μαζί σας, ἐμένα ὄχι πάντα; Γι’ αὐτὸ περισσότερο νὰ ἐλεοῦμε, γιατὶ δὲ θὰ τὸν ἔχωμε πάντα κοντά μας πεινασμένο ἀλλὰ στὴν παροῦσα ζωὴ μονάχα. Ἄν θέλης μάλιστα νὰ καταλάβης ὅλο τὸ νόημα τοῦ λόγου, μάθε ὅτι αὐτὸ δὲν εἰπώθηκε στοὺς μαθητὰς –κι ἄς νομίζεται ἔτσι-ἀλλὰ στὴν ἄρρωστη γυναῖκα. Ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἀκομα σὲ κατάσταση τελειότητας κι οἱ μαθηταί του τῆς ἔφεραν δυσκολίες, θέλοντας νὰ τὴν κερδίση τῆς μιλοῦσε ἔτσι. Ἐπειδὴ τὰ εἶπε αὐτὰ γιὰ νὰ τὴν ἐνισχύση, πρόσθεσε·  Γιατὶ ταλαιπωρεῖται τὴν γυναίκα; Κι ἐπειδὴ ἔχομε κι ἐκεῖνον πάντα μαζί μας, λέγει. Ἐγὼ εἶμαι μαζί σας ὅλες τὶς μέρες ὡς τὴν συντέλεια τῆς ζωῆς. Ἀπ’ αὐτὰ φαίνεται, ὅτι γιὰ τίποτ’ ἄλλο δὲν τὰ ἔλεγε αὐτὰ παρὰ μόνο νὰ μὴν καταμαράνη ἡ ἐπιτήμηση τῶν μαθητῶν τὴν πίστη τῆς γυναίκας ποὺ παρουσιάστηκε τότε. Ἄς μὴ συζητοῦμε τώρα γι’ αὐτὰ ποὺ γιὰ κάποιο λόγο ἔχουν λεχθῆ. Ἀλλὰ ἄς διαβάσωμε ὅλους τοὺς νόμους ποὺ ἔβαλε στὴ Καινὴ καὶ στὴν Παλαιὰ γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη κι ἄς δείξωμε γι’ αὐτὴ μεγάλο ἐνδιαφέρον. Αὐτὸ καθαρίζει ἁμαρτίες. Δῶστε ἐλεημοσύνη κι ὅλα θὰ γίνουν καθαρά. Αὐτὸ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴ θυσία. Ἐλεημοσύνη θέλω καὶ ὄχι θυσία. Αὐτὸ ἀνοίγει τοὺς οὐρανοὺς· Οἱ προσευχές σου καὶ οἱ ἐλεημοσύνες σου ἀνέβηκαν κοντὰ στὸ Θεὸ δική σου ὑπόμνηση. Αὐτὸ εἶναι πιὸ ἀπαραίτητο ἀπὸ τὴν παρθενία. Ἔτσι ἀποδώχτηκαν ἐκεῖνες ἀπὸ τὸ νυμφῶνα, ἔτσι οἱ ἄλλες ὡδηγήθηκαν σ’ αὐτόν. Ὅλα αὐτὰ ἄς τὰ κάνωμε συνείδησή μας κι ἄς σπείρωμε μὲ φιλοτιμία, γιὰ νὰ θερίσωμε μὲ περισσότερη ἀφθονία. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στὸ αἰῶνα. Ἀμήν.
 
Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον