Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Η προσευχή του Αγίου Όρους

 




Το ψαλτήρι του Δαυϊδ, όπως λένε παλαιοί γέροντες του Αγίου Ορους κι ο γέροντας Παϊσιος πρόσφατα, αποτελεί  πανίσχυρο όπλο κατά των ακαθάρτων πνευμάτων.

Φέρνει αγαλίασση, χαρά και ειρήνη στις ψυχές που το χρησιμοποιούν.Η πιο δυνατή προσευχή με παρρησία στον Πανάγαθο.Παραθέτουμε εναν εκ των ισχυρών ψαλμών, κάθε πρωϊ όταν λέγεται αυτός ο ψαλμός δεν πλησιάζει τίποτα κακό,σύμφωνα με πατέρες.

Ψαλμός ΞΘ' (69)
Ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, εις το βοηθήσαι μοι σπεύσον. Αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου. Αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω, και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μοι κακά. Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι, οι λέγοντές μοι: Εύγε, εύγε.
Αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί Σοί, πάντες οι ζητούντες σε, ο Θεός. Και λεγέτωσαν δια παντός. Μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν Σου. Εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός, βοήθησόν μοι. Βοηθός μου, και ρύστης μου ει Συ, κύριε, μη χρονίσης.


ΠΗΓΗ

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ- Ἑρμηνευτικὴ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὑμνολογίας

 

Α) Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Δεκαπενταύγουστος! Τὸ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Ἡ μεγάλη θεομητορικὴ γιορτὴ τοῦ Αὐγούστου, ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, συγκλονίζει κάθε πιστὴ ψυχή. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη του μηνὸς στὶς ἐκκλησίες ψάλλονται καθημερινὰ οἱ Παρακλήσεις - ἐναλλὰξ ἡ Μικρὴ καὶ ἡ Μεγάλη. Οἱ πιστοὶ προετοιμάζονται -νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται, κοινωνοῦν- γιὰ νὰ γιορτάσουν ἀληθινὰ τὸ μεγάλο πανηγύρι.
Μητέρα τῆς Ζωῆς ἡ Παναγία μεθίσταται πρὸς τὴν ὄντως Ζωή, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της. Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στὴν Μετάστασή Της. Χάρη σ᾿ αὐτὴν τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Νέας Εὔας, τῆς γυναίκας ποὺ γέννησε τὸν φθορέα τῆς φθορᾶς, δὲ γεύεται τῆς φθορᾶς τὴ δύναμη. «Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται», ὅμως «κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται».

Ἡ ἁγία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπη. Δυὸ ὅμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στὴν ὅλη παράσταση: Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Ὁ Χριστός μας μὲ τὸ ἡγεμονικό Του παράστημα ποὺ κρατεῖ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας Μητέρας Του, βρέφος φασκιωμένο, καὶ τὸ λιπόσαρκο σκήνωμα τῆς Παναγίας.
«Στὴν εἰκόνα δεσπόζει τὸ νεκρικὸ κρεβάτι, στολισμένο μὲ πλούσια ποδέα, ὅπου ἀναπαύεται ἡ Παναγία μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Μπροστὰ στερεωμένο σὲ ἕνα ἁπλὸ κηροπήγιο καίει ἕνα χοντρὸ κερί. Πίσω ἀπὸ τὸ νεκρικὸ κρεβάτι καὶ στὴ μέση ἀκριβῶς στέκει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σῶμα σὲ περίεργη στροφὴ πρὸς τὰ δεξιά, πρὸς τὴν κεφαλὴ τῆς Μητέρας Του. Στὰ χέρια Του ἁπλωμένα στὴν ἴδια κατεύθυνση, κρατεῖ τὴν ψυχή της, ποὺ ἔχει τὴ μορφὴ φασκιωμένου μωροῦ μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Τὸν τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι ζωγραφισμένοι στὴν κορυφὴ ἕνα ἑξαπτέρυγο καὶ σὲ μονοχρωμία τέσσερεις ἄγγελοι ποὺ πλαισιώνουν τὸ Χριστὸ μὲ χειρονομίες καὶ ἔκφραση λύπης στὰ πρόσωπά τους... Πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ Χριστὸ στὴν κορυφὴ τοῦ τόξου τῆς εἰκόνας ἔχουν ἀνοίξει οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ φαίνονται δυὸ ἄγγελοι, πάλι σὲ μονοχρωμία, νὰ σκύβουν μὲ σκεπασμένα χέρια γιὰ νὰ πάρουν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τὴν ψυχή της. Στὴν κεφαλὴ καὶ στὰ πόδια τοῦ νεκρικοῦ κρεβατιοῦ εἶναι μαζεμένοι οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μὲ ἐκφράσεις, στάσεις καὶ χειρονομίες ποὺ δείχνουν βαθειὰ λύπη. Ὁ Πέτρος θυμιατίζει στὴν κεφαλὴ τῆς Παναγίας, ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης σκύβουν στὰ πόδια της καὶ τὴν ἀσπάζονται. Πιὸ πίσω εἶναι τρεῖς ἱεράρχες μὲ ἀνοιχτὰ βιβλία καὶ στὰ ἀριστερά, στὸ βάθος, θρηνοῦν τρεῖς γυναῖκες. Τὴ σύνθεση κλείνουν στὸ βάθος, πίσω ἀπὸ τὶς ὁμάδες τῶν μαθητῶν, δυὸ συμβατικὰ ἀρχαιόπρεπα κτήρια. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ διαβάζεται ἡ ἐπιγραφὴ Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Ἀ. Καρακατσάνη). Οἱ τέσσερεις (εἰκονίζονται οἱ τρεῖς) Ἱεράρχες ποὺ παραβρέθηκαν στὴν Κοίμηση, ἦταν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἰερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Τιμόθεος. Ὁ Ἰερόθεος δὲν εἰκονίζεται.
Σὲ κάποιες εἰκόνες βλέπουμε στὴ δεξιὰ ἄκρη τοῦ σπιτιοῦ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνὸ ποὺ βαστᾶ χαρτί (πάπυρο) μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια Πάναγνε θεία σκηνώματα καὶ παρέστηκας...» Καὶ στὰ ἀριστερὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν ποιητὴ κρατώντας ἄλλο χαρτὶ ποὺ λέει: «Γυναίκα σε θνητήν, ἄλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε…»
Σ᾿ ὅλα τὰ πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλίψη, ἀνάμικτη ὅμως μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπην», τὸ «χαροποιὸν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν ποὺ ζοῦν μὲ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Τοῦτο βλέπουμε καὶ στὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ποὺ ἄλλοτε τονίζουν τὸν τρόμο καὶ τὸ δέος τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν νὰ δακρύζουν καὶ ἄλλοτε τονίζουν τὴ χαρά τους, ποὺ τὴν ἐκδηλώνουν μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους. Παραθέτουμε δυὸ ἀποσπάσματα «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τὴν κλίνην τρόμω ἐώρων σε» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο ὄρθρου). «...Καὶ τὸ ζωαρχικὸν καὶ θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικὸ ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ).
Σὲ μερικὲς εἰκόνες εἰκονίζονται στὸν οὐρανὸ σύννεφα, ποὺ μετέφεραν τοὺς ἀποστόλους στὴν Ἱερουσαλήμ. Σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς Κοίμησης ζωγραφίζεται καὶ τὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἀγγέλου καὶ κόβει μὲ τὸ ξίφος του τὰ χέρια τοῦ Ἰεφονία. (Πρόκειται γιὰ ἐκεῖνο τὸν Ἑβραῖο ποὺ ἀποπειράθηκε νὰ ρίξει στὸ ἔδαφος τὸ λείψανο τῆς Θεοτόκου).

Β) ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ, ΛΟΓΟΙ ΠΑΤΕΡΩΝ

Στὴν Ἐκκλησία ὁ θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δὲν λέγεται θάνατος ἢ τελευτή. Ἀποκαλεῖται «Κοίμηση». Δὲν ἐξαντλοῦνται τὰ πάντα στὸ ἐδῶ καὶ τώρα. Ὑπάρχει τὸ ἐπέκεινα τοῦ τάφου: ἡ αἰώνια ζωή. Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει ὅτι κοιμᾶται προσώρας, γιὰ νὰ ξυπνήσει στὴν αἰωνιότητα. Ὁ θάνατος, μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἕνας μεγάλος ὕπνος. Αὐτὸ τὸ πανηγύρι,τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας βασιλείας,τὴν ἀγάπη μας στὴν Παναγία Μητέρα ὅλων μας, θὰ δοῦμε καὶ μέσα ἀπὸ κάποια κείμενα.
Ἡ ὑμνολογία μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ τρόπο ποιητικὸ τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Οἱ ὕμνοι τῆς μεγάλης γιορτῆς, ἀποδοσμένοι στὴ Νεοελληνικὴ ἀπὸ τὸν Φώτη Κόντογλου, ψέλνουν τὴν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, ὡς ἑξῆς:
«Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο». (ἀπολυτίκιο Κοιμήσεως)
«Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε. Γιατί σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου». (καταβασία θ´ ᾠδῆς)
Τὴν Παναγία Μητέρα μας ἂς ἑτοιμασθοῦμε κι ἐφέτος νὰ τιμήσουμε καὶ νὰ δοξολογήσουμε στὴν πάσνσεπτη κοίμησή της μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τὶς Οὐράνιες δυνάμεις, τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ κάθε πιστὴ ψυχὴ δεόμενοι ἐκτενῶς μαζὶ μὲ τὸ μελωδὸ Θεοφάνη:
«…μὴ ἐπιλάθου (μὴ ξεχάσεις), Δέσποινα, τῶν πιστῶς ἑορταζόντων, τὴν παναγίαν σου Κοίμησιν». Ἀμήν.(Δοξαστικὸ τῆς Λιτῆς της Κοιμήσεως)

ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού

 
Η Εκκλησία μας σήμερα, 6 Αυγούστου, εορτάζει τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού.
Κατά τη διήγηση των Ευαγγελιστών, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός πήρε από τους μαθητές τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στό όρος Θαβώρ για να προσευχηθεί.
Όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Eπήρε δε τρεις μόνους Aποστόλους, ως προκρίτους και υπερέχοντας. O μεν γαρ Πέτρος επροκρίθη, επειδή ηγάπα πολλά τον Xριστόν. O δε Iωάννης, επειδή ηγαπάτο από τον Xριστόν. O δε Iάκωβος, επειδή εδύνετο να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον και ο Kύριος έπιεν».
Οι τρεις μαθητές Του, όπως ήταν κουρασμένοι από τη δύσκολη ανάβαση στο Θαβώρ και ενώ κάθισαν να ξεκουραστούν, έπεσαν σε βαθύ ύπνο. Όταν, ξύπνησαν, αντίκρισαν απροσδόκητο και εξαίσιο θέαμα. Το πρόσωπο του Κυρίου άστραφτε σαν τον ήλιο, και τα φορέματα Του ήταν λευκά σαν το φως.
Τον περιστοίχιζαν δε και συνομιλούσαν μαζί Του δυο άνδρες, ο Μωϋσής και ο Ηλίας. Γράφει χαρακτηριστικά ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Έφερε δε εις το μέσον τους τον Mωυσήν και τον Ηλίαν, διά να διορθώση τας σφαλεράς υποψίας, οπού είχον οι πολλοί περί αυτού. Kαθότι, άλλοι μεν έλεγον τον Kύριον, πως είναι ο Ηλίας. Άλλοι δε, πως είναι ο Iερεμίας.
Διά τούτο λοιπόν επαράστησεν εις το Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτας, διά να γνωρίσουν οι μαθηταί, και διά των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, πόση διαφορά είναι αναμεταξύ του Xριστού, και των Προφητών. O μεν γαρ Xριστός, είναι Δεσπότης. Oι δε Προφήται, είναι δούλοι. Kαι ίνα μάθουν, ότι ο Kύριος έχει την εξουσίαν του θανάτου και της ζωής. Διά τούτο, από μεν τους αποθαμένους, έφερε τον Mωυσήν. Aπό δε τους ζωντανούς, έφερε τον Ηλίαν».
Αφού οι μαθητές συνήλθαν κάπως από την έκπληξη, ο πάντα ενθουσιώδης, Πέτρος, θέλοντας να διατηρηθεί αυτή η αγία μέθη που προκαλούσε η ακτινοβολία του Κυρίου, ικετευτικά είπε να στήσουν τρεις σκηνές. Μια για τον Κύριο, μια για το Μωϋσή και μια για τον Ηλία. Πριν προλάβει, όμως, να τελειώσει τη φράση του, ήλθε σύννεφο που τους σκέπασε και μέσα απ' αυτό ακούστηκε φωνή που έλεγε: «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε» (Λουκά, θ' 28-36). Δηλαδή, Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, που τον έστειλα για να σωθεί ο κόσμος. Αυτόν να ακούτε.
Οφείλουμε, λοιπόν, και εμείς όχι μόνο να Τον ακούμε, αλλά και να Τον υπακούμε. Σε οποιοδήποτε δρόμο μας φέρει, είμαστε υποχρεωμένοι να πειθαρχούμε.


ΠΗΓΗ

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Η Παναγία και ο ανθρώπινος πόνος





Του Αρχιεπισκοπου Αυστραλίας Στυλιανού

Η παραδοσιακή νηστεία του Δεκαπενταύγουστου θα ήταν μια μορφή απλού «φακιρισμού» ή κάποιο είδος κοσμικής «δίαιτας», αν δεν είχε βάση αμετακίνητη την καθημερινή ακολουθία της ιεράς Παρακλήσεως στην Παναγία, και ασφαλώς κάποιους στοχασμούς -έστω και αποσπασματικούς- Ορθοδόξου κατανύξεως και μετανοίας.
Μέσα στο πλαίσιο τέτοιων αποσπασματικών στοχασμών χαράζουμε σήμερα αυτές τις απλές γραμμές, σαν ένα ταπεινο κερί στην Παναγία, την «καθαρωτέραν λαμπηδόνων ηλιακών».

Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς απαισιόδοξος, μήτε πεισιθάνατος, μήτε ολιγόπιστος, για να παραδεχθεί από την ανθρώπινη πείρα, τόσο τη δική του όσο και των γύρω του, ότι δεν υπάρχει σε τούτο τον κόσμο φαινόμενο σταθερότερο και πιο συγκεκριμένο από το βίωμα και το φαινόμενο του πόνου. Του πόνου του φυσικού και του πόνου του ψυχικού· του πόνου του περιοδικού και του πόνου του χρονίου· του πόνου του μικρού και του πόνου του μεγάλου· του πόνου του σιωπηρού και του πόνου του κραυγαλέου. Τόσο συνηθισμένη και τόσο διαδεδομένη είναι η πραγματικότητα του πόνου στην εδώ ζωή, ώστε να μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι δικαιολογημένα ίσως άλλαξε κάποιος τη γνωστή εξίσωση του Καρτεσίου από «σκέπτομαι, άρα υπάρχω», σε: «πονώ, άρα υπάρχω»! Εν τούτοις o θυμόσοφος λαός μας δεν παύει να πιστεύει και να ομολογεί καρτερικά ότι «και με τα τόσα βάσανα, πάλι η ζωή γλυκειά ‘ναι»!

Κάποιος όμως θα μπορούσε να ρωτήσει: Ποια είναι η δύναμη που μας κάνει να μη χάνουμε το κουράγιο και την αγάπη μας προς τη ζωή; Θα του απαντήσουμε: Ασφαλώς δεν είναι η φιλαυτία ή o εγωισμός. Γιατί το να ζεις -ιδίως ύστερα από ορισμένη ηλικία- δεν είναι πάντα ευχάριστο. Κάποτε είναι μια καθημερινή ταπείνωση, μια δοκιμασία, κάποτε μάλιστα κι ένας πραγματικός εξευτελισμός. Αυτή την ταπείνωση, τη δοκιμασία και τον εξευτελισμό είναι που δεν ανέχονται οι ολιγόψυχοι και ολιγόπιστοι, γι’ αυτό και κάποτε αυτοκτονούν. Οι πολλοί, αντιθέτως, άνθρωποι έχουν μια έμφυτη, θαρρείς, αισιοδοξία, ότι ύστερα από οποιαδήποτε πικρή ώρα, θ’ ακολουθήσει πάλι μιά ώρα χαρούμενη. Αυτή η σιωπηρή αισιοδοξία είναι κατά βάθος μια πίστη και μια εμπιστοσύνη στην αγαθότητα και την παντοδυναμία του Θεού. Αδιάφορο αν εκφράζεται πάντα σε προσευχή ή όχι, το βάθος αυτού του αισθήματος είναι καθαρά θρησκευτικό. Γι’ αυτό και έχει τη δύναμη να αντιμετωπίζει τόσες καταιγίδες!
Εκεί όμως που οι άλλοι άνθρωποι έχουν ένα θολό θρησκευτικο αίσθημα αισιοδοξίας, οι Χριστιανοί έχουν μια ολοφώτεινη μορφή μάνας ν’ αποθέσουν σαν αβοήθητα παιδιά τον πόνο τους: την Παναγία. Επειδή κι η ίδια πόνεσε στον ύψιστο βαθμό, κι όμως δεν ελύγισε στον πόνο, γι’ αυτό κάθε Χριστιανός μπορεί να επικαλείται το έλεός Της και τις πρεσβείες Της. Αλλ’ όπως στην περίπτωση του Χριστού οι Χριστιανοί της Δύσεως τονίζουν περισσότερο την ανθρώπινη πλευρά Του και δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα Χριστούγεννα παρά στην Ανάσταση, έτσι και στην περίπτωση της Παναγίας. Τονίζουν περισσότερο το τι έπαθε και όχι το τι μπορεί να κάμει η Παναγία. Έτσι την ονομάζουν Mater Dolorosa (Μάνα Πονεμένη) καί Mater Lacrimosa (Μάνα Δακρυσμένη). Ενώ οι Ορθόδοξοι, ξεκινώντας ακριβώς από το τι υπέφερε και πώς το υπέφερε η Παναγία, συμπεραίνουν και αναγνωρίζουν το τι μπορεί να κάμει κάθε λεπτό με τις πρεσβείες Της. Γι’ αυτό την ονομάζουν «Ελεούσα», «Γλυκοφιλούσα», «Οδηγήτρια», «Παρηγορήτρια», «Γοργοεπήκοο», «Ελευθερώτρια», «Παντάνασσα» κ.ά.

Υπάρχει εν τούτοις μια χώρα και μια Παναγία, όπου η λατρεία Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών πλησιάζει τόσο πολύ η μια την άλλη, ώστε να νομίσεις προς στιγμήν ότι σ’ αυτο το κεφάλαιο δεν διαφέρουν, ενώ διαφέρουν σε χίλια-δύο άλλα. Πρόκειται για την Πολωνία και την περίφημη «Μαύρη Παναγία» της, την Black Madonna στην Τσεστόχοβα. Επισκεφθήκαμε κάποτε αυτό το εθνικό προσκύνημα των Πολωνών, και όλοι οι Ορθόδοξοι, κληρικοί και λαϊκοί, είχαμε έντονη την εντύπωση ότι βρισκόμασταν στην Τήνο τη δική μας ή στο Σμολένσκ της Ρωσίας!


Ας πάρουμε όμως πρώτ’ απ’ όλα αυτή την ίδια την εικόνα. Είναι μια εικόνα καθαρά βυζαντινή, που η παράδοση την ανάγει μέχρι τον 6ο ή και τον 5ο αιώνα. Εικονίζει μιά Παναγία λεπτή και θλιμμένη, που τα χείλη Της σφίγγουν με τόση εγκαρτέρηση και θεληματικότητα τον πόνο Της, όπως ακριβώς και το μαφόριο που τυλίγει το αρχοντικό Της κεφάλι. Έχει μεγάλες εθνικές περιπέτειες αυτή η περίπυστη εικόνα. Άλλοτε την άρπαζαν από τους Πολωνούς, κι άλλοτε οι Πολωνοί την έπαιρναν πίσω. Όλες αυτές οι ταλαιπωρίες έχουν αφήσει μια έντονη σκοτεινότητα πάνω σ’ ολόκληρη την επιφάνεια του ιερού εικονίσματος, γι’ αυτό φαίνεται και την λένε «Μαύρη Παναγία». Εκείνο όμως που συγκλονίζει ακόμη περισσότερο, είναι τα πλήθη των πιστών που διαρκώς συρρέουν εκεί να προσκυνήσουν και να αγιασθούν.
Είδαμε χιλιάδες ανθρώπων σε ουρές ατέλειωτες να έρχονται, και μόλις έφθαναν στον περίβολο του Ναού εσέρνονταν στα γόνατα μέχρι να φθάσουν κάτω από το ιερό κουβούκλιο, όπου ψηλά είναι τοποθετημένη μέσα σε άπλετη φωτοχυσία η «Βασιλίσσα του Πολωνικού λαού», όπως την ονομάζουν. Άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κάθε επαγγέλματος, με ρούχα της δουλειάς ή κάπως επίσημα, κοπέλλες κι αγόρια με μοντέρνα εμφάνιση, blue jeans και ταγάρια, φθάνουν καθημερινά γονυπετείς και ζητούν προστασία και ανακούφιση στις αβεβαιότητες και δυστυχίες του βίου.

Έτσι μπορούμε να πούμε ότι, πέρα και πάνω από τις διαφορές των Χριστιανών ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, η Παναγία στέκει για τους πιστούς ουράνιο τόξο που «ενώνει τα διεστώτα». Μάνα πολυεύσπλαγχνη, δέχεται τις παρακλήσεις ακόμη και από Μωαμεθανίδες Τουρκάλες όταν σταματά το γάλα από τα στήθη των και τους το δίνει πίσω με θερμή πρεσβεία προς τον Θεό. Κι όλα αυτά τα απλά ή τα θαυμαστά επιτελούνται με την ίδια αυθορμησία και φυσικότητα, αδιάφορο αν είναι στην Τήνο ή στα Κύθηρα, στην Τσεστόχοβα ή στη Φάτιμα, στη Λούρδη ή στο Σμολένσκ.
Γιατί η Παναγία υπήρξε το ευγενέστερο βλάστημα που έδωσε η γη, γι’αυτό ο Θεός και πριν από τον έρχομό Της έχοντας ευαρεστηθεί από τη δική Της απόλυτη υπακοή και ταπείνωση -που την εγνώριζε εκ των προτέρων κατά την αιωνία πρόγνωσή Του- ευεργέτησε πλούσια το ανθρώπινο γένος χάριν της Παναγίας. Αυτή τη συγκλονιστική αλήθεια και διδασκαλία μας έδωσε επιγραμματικά ο μεγάλος Θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγοντας για την Παναγία ότι καλύπτει με τις πρεσβείες Της ολόκληρο τον χρόνο απ’ αρχής της Δημιουργίας, με το να είναι «των προ Αυτής αιτία, και των μετ’ Αυτήν προστάτις».

Τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος που αναφέρονται στο Απολυτίκιο του Αγίου

 



Το απολυτίκιο του αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού μας παρουσιάζει μέσα σε λίγες λέξεις σχεδόν ολόκληρη την ζωή και πολλά από τα θαύματα του Μεγάλου αυτού Αγίου. Ἀπολυτίκιον Ηχος α’.
 Του λίθου σφραγισθέντος. Της Συνόδου της πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καὶ θαυματουργὸς θεοφόρε, Σπυρίδων Πατὴρ ἡμων· διὸ νεκρᾷ σὺ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καὶ ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχάς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργούντάς σοι Ἱερώτατε. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι· δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα. Α. «Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος» Σαν επίσκοπος, όπως είναι γνωστόν, είχε λάβει μέρος στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο που είχε συνέλθει στην Νίκαια της Μικράς Ασίας το 325 μ.Χ. Ήτο η μεγάλη εκείνη Σύνοδος που κατεδίκασε τον Άρειον ως αιρετικόν, γιατί διαλαλούσε ότι ο Χριστός μας ήταν κτίσμα και όχι Θεός. Έλεγε ότι ήτο ομοιούσιος τω Πατρί και όχι ομοούσιος.
Μπήκε ένα γιώτα στη μέση, αλλά εκείνο το γιώτα έκαμε τον Θεόν κτίσμα. Οι θεοφόροι Πατέρες με πρώτον τον Μέγαν Αθανάσιο, απέδειξαν με επιχειρήματα παρμένα μέσα από την Αγίαν Γραφήν και τον ορθόν λόγον, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ήτο και τέλειος Θεός. Ο Άγιος όμως Σπυρίδων έκανε και θαύμα μέσα στη μεγάλη πρώτη Οικουμενική Σύνοδο.
Πήρε ένα κεραμίδι και το έσφιξε δυνατά, στην παλάμη του, στο χέρι του. Και ευθύς αμέσως από κάτω έτρεξε νερό, από πάνω ξεπήδησαν φλόγες, και στη χούφτα του παρέμεινε το χώμα. Μετά από αυτό το θαύμα, με αυτό το θαύμα μάλλον, δεν απέδειξε μόνον την ενότητα των δύο φύσεων στο πρόσωπον του Χριστού, αλλά και την ενότητα των τριών προσώπων, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, στον Ένα Τριαδικόν Θεόν. Άρα ο Υιός και Λόγος του Θεού, που εγένετο σάρξ, δηλαδή άνθρωπος, και εσκήνωσεν εν ημίν, ήταν ομούσιος τω Πατρί. Της αυτής ουσίας με τον Πατέρα. Όχι όμοιος. Ομοούσιος. Έτσι ο βοσκός επίσκοπος της Κύπρου, αποστόμωσε τον περίφημο Άρειο που νόμιζε πως με τις φιλοσοφικές του θεωρίες θα μπορούσε να γκρεμίσει τον Χριστόν, από τον θρόνον της θεότητος. Β. «Διό νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς».
Αυτό αναφέρεται στο διάλογο που είχε με τη νεκρή θυγατέρα του. Κάποτε ήρθε μία γυναίκα, και τον παρακαλούσε να της επιστρέψει πίσω κάτι πολύτιμο που το είχε δώσει στην κόρη του για να το φυλάξει. Όμως η μονάκριβη θυγατέρα του, η Ειρήνη είχε πεθάνει κι έτσι ο Άγιος δεν ήξερε που το είχε βάλλει η κόρη του. Πήγε λοιπόν ο Άγιος Σπυρίδων στον τάφο της κόρης του, και την ρώτησε που είχε κρυμμένο το ξένο αυτό πολύτιμο πράγμα; Και μέσα από τον τάφο μίλησε η Ειρηνούλα και είπε που το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε, έψαξε, το βρήκε, και το επέστρεψε στη γυναίκα που το ζητούσε και το είχε ανάγκη.
Ο Άγιος ξαναγύρισε στον τάφο της θυγατέρας του και αφού την ευχαρίστησε της είπε: «Κοιμήσου τώρα παιδί μου μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου». Γ. «Καί ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες. Γνωρίζουμε από τον βίο του, ότι ήταν πολύ ελεήμων και φιλάνθρωπος. Μία φτωχή γυναίκα πήγε σ᾿ ένα πλούσιο και ζήτησε κάποια βοήθεια, μία εξυπηρέτηση. Να της δώσει λίγα χρήματα, για να ξεπεράσει το πρόβλημα, που αντιμετώπιζε και κατόπιν, όταν μπορούσε, θα του επέστρεφε το ποσόν. Με άλλα λόγια δεν ζήτησε ελεημοσύνη, αλλά δανικά.
Ο πλούσιος όμως αρνήθηκε να προσφέρει την βοήθειά του και η γυναίκα απευθύνθηκε στον άγιο Σπυρίδωνα. Εκείνος πάντοτε φτωχός και πάντοτε με άδειες τις τσέπες, λόγω της συνεχούς ελεημοσύνης που έδινε, δεν είχε τίποτε να της δώσει. Δεν την απογοήτευσε όμως. Είναι πολύ κακό να ελπίζει κάποιος σε σένα, να στηρίζει τις ελπίδες του πάνω σου κι᾿ εσύ να αδιαφορείς, να μη καταλαβαίνεις, να μη θέλεις να βοηθήσεις. Βγήκε έξω στα χωράφια και είδε ένα φίδι. Το σταύρωσε κι᾿ εκείνο κοκκάλωσε.
Έγινε ολόκληρο χρυσό. Το πήρε και το έδωσε στη γυναίκα, για να κάνει την δουλειά της. Όταν εκείνη τακτοποίησε τις υποθέσεις της, έφερε το φίδι πίσω στον Άγιο. Το πήρε ο άγιος, το πήγε πίσω πάλι στα χωράφια, από εκεί που το πήρε. Το άφησε κάτω κι᾿ εκείνο ζωντάνεψε. Άντε τώρα να πας στο σπιτάκι σου και στα παιδιά σου. Μας κάνει εντύπωση, γιατί πήρε φίδι και όχι κάτι άλλο, ένα κομμάτι ξύλο π.χ. που ήταν και πιο εύκολο να βρεί. Θέλησε με την κίνηση αυτή να μας δείξει, ότι η φιλαργυρία είναι φίδι, που πρέπει πολύ να προσέχουμε. Καί όπως απομακρυνόμαστε από ένα φίδι, έτσι να αποφεύγουμε και την πλεοναξία Δ.
«Και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σοι, ιερότατε» «Αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σε ιερότατε». Μια Κυριακή ο Άγιος λειτουργούσε μόνος του.
Όλο το εκκλησίασμα έψαλλε. Μετά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αμέτρητες αγγελικές φωνές άρχισαν να ψάλλουν. Οι πάντες βουβάθηκαν. Και από την έκπληξη, και από το θαυμασμό, και από το δέος, και από τον φόβο. Και όταν ο Άγιος Σπυρίδων είπε προς τον λαόν «Ειρήνη πάσι», άγγελοι και αρχάγγελοι, Σεραφείμ και Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις, όλες οι ουράνιες δυνάμεις, με μια φωνή απάντησαν: «Και τω Πνεύματί Σου». Έτσι οι πιστοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, εκείνη την αξέχαστη Κυριακή, έζησαν την ουράνια λατρεία της θριαμβεύουσας Εκκλησίας να ενώνεται με την επί γης Στρατευομένη Εκκλησία. Τη μια Εκκλησία, με τον Έναν ποιμένα, τον Χριστό.

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

Η «ΟΥΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»




Πηγαίνοντας σ’ ένα Μοναστήρι της Φθιώτιδος , συνάντησα στον δρόμο έναν παράξενο καλόγερο, με ανεμοδαρμένα γκρίζα γένια και αχτένιστα μαλλιά, που τον έλεγαν Ιωάννη. Τα ράσα του πολύ τριμμένα και όχι πολύ καθαρά κι ένα βλέμμα κοφτερό σαν αετίσιο που δεν βοηθούσε να λογαριάσης την ηλικία του. Ψηλός, λιπόσαρκος, σου έδινε την εντύπωση αντάρτη των βουνών και θύμιζε στιγμές-στιγμές τον μεγάλον εκείνον αντάρτη της Ερήμου, τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Έδειχνε και τούτος ατρόμητος , αλλά και συγκλονισμένος ταυτόχρονα, ωσάν να έβλεπε αδιάκοπα μπροστά του τον Θεόν. Με χαιρέτησε πρώτος και με ρώτησε αν πηγαίνω στο Μοναστήρι που φαινόταν κατάντικρυ στην δασωμένη βουνοπλαγιά.
- Πηγαίνω να βρω τον Γέροντα Σωφρόνιο, είπα.
- Τον ίδιο σκοπό έχουμε, αποκρίθηκε. Κι εγώ στον Γέροντα Σωφρόνιο πηγαίνω. Στάσου όμως και πάρε μιαν ανάσα ,γιατί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να κάνουμε και ο κατσικόδρομος είναι ανηφορικός.
Καθήσαμε κάτω από ένα δέντρο. Εκείνος άνοιξε τον ντροβά του και έβγαλε το παγούρι με το νερό που κουβαλούσε πάντα μαζί του.
- Θες μια γουλιά; με ρώτησε.
Ήπιε μόνον εκείνος και ύστερα συστηθήκαμε. Ήταν ιερομόναχος και δεν ήξερε πολλά γράμματα κοσμικά. Μόνον το δημοτικό είχε τελειώσει και δυο τάξεις του παλιού γυμνασίου. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι ο κόσμος τούτος είναι γεμάτος λάσπη και πήρε τα βουνά για να καλογερέψη και να γλιτώση από την βρωμιά της ματαιότητος. Τον πήρε κοντά του , σαν υποτακτικόν, ο Γέροντας Ισαάκ ,και η πρώτη εντολή που του έδωσε ήταν:
- Μάθε να προσεύχεσαι.
- Και πώς θα μάθω, Γέροντα;
- Παρακάλεσε τον Θεό να σου δείξη, μου είπε. Και συνέχισε: «Πιστεύεις στον Χριστό;». Και όταν του απάντησα ότι πιστεύω, μου ξανάπε:
- Όσο περισσότερο πιστεύεις στον Θεό, τόσο και ο Θεός θα πιστεύη σε σένα και θα σε προστατεύη συνεχώς.
Έτσι, από την μιαν απορία έπεφτα σε άλλη, και ο Γέροντας Ισαάκ μου έδωσε την εξήγηση λέγοντάς μου: «Όταν αγκαλιάζης κάποιον πώς τον αγκαλιάζεις;
- Με τα χέρια μου τον αγκαλιάζω, απάντησα.
- Το ίδιο να κάνης και με τον Θεόν, όταν προσεύχεσαι.
- Μα τον Θεόν δεν τον βλέπω, δεν είναι μπροστά μου για να τον αγκαλιάσω!
- Ποιός σου το είπε αυτό, βρε κουτορνίθι; Ο Θεός είναι πάντοτε μπροστά σου, αφού είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Μόλις λοιπόν αρχίζεις να προσεύχεσαι, σε πλησιάζει ακόμα πιο πολύ και σε ακούει. Κατάλαβες;
- Μα εγώ δεν τον βλέπω, Γέροντα…
- Δεν τον βλέπεις, μου είπε, γιατί τα μάτια σου είναι γεμάτα τσίμπλες από τις αμαρτίες σου. Αυτό κάνουν οι αμαρτίες. Γεμίζουν τα μάτια της ψυχής με τσίμπλες, για να μη βλέπουμε πού βρισκόμαστε και πού πάμε και τί κάνουμε…
- Και έμαθες να προσεύχεσαι, π. Ιωάννη; τον ρώτησα.
- Τί να σου πω; Ακόμα προσπαθώ, αδελφέ μου, αποκρίθηκε. Η προσευχή είναι η πιο δύσκολη δουλειά σ’ αυτόν τον κόσμο, η αληθινή προσευχή ,βεβαίως, όχι να κρατάς ένα βιβλίο και να διαβάζης λόγια. Όποιος μάθει καλά την προσευχή, σώζεται. Γιατί ο προσευχόμενος αληθινά μιλά με τον Θεό και ο Θεός τον καθοδηγεί σε όλα.
- Αυτό ,που σου είπε ο Γέροντάς σου, να αγκαλιάζης τον Θεόν όταν προσεύχεσαι, δεν σου το εξήγησε πώς γίνεται;
- Βέβαια, βέβαια, είπε ο π. Ιωάννης. Γιατί και σε μένα έκανε μεγάλη εντύπωση αυτός ο λόγος και δεν κατάλαβα στην αρχή τί ήθελε να πη.
- Και τί εξήγηση σου έδωσε;
- Μου είπε ότι δεν αγκαλιάζουμε ποτέ την μάνα ή τον πατέρα μας ή το παιδί μας μόνο με το ένα χέρι, αλλά και με τα δυο. Και στην προσευχή έχουμε δύο χέρια, τον νου και την καρδιά. Πρέπει και με τα δυο αυτά χέρια να αγκαλιάζουμε τον Θεόν. Και αν φθάσουμε σιγά-σιγά στο σημείον να ενώσουμε τον νου με την καρδιά και την καρδιά με τον νου και να νοιώθουμε αληθινά τα όσα λέγει ο νους, τότε φτάνουμε στην αληθινή προσευχή και αγκαλιάζουμε τον Θεόν και ο Θεός αγκαλιάζει εμάς, όπως ο βιολογικός μας πατέρας , όταν τον αγκαλιάζη το παιδί του. Να το θυμάσαι πάντοτε ότι τα χέρια της ψυχής είναι ο νους και η καρδιά…

… - Και τι άλλο σου είπε ο π. Σωφρόνιος για την προσευχή;
- Πολλά μου έχει πει, αποκρίθηκε, αλλά εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, είναι αυτό που μου δίδαξε την πρώτη φορά όπου τον επισκέφθηκα. Μου είπε: «Όταν προσεύχεσαι, να ξέρης ότι αυτή είναι η τελευταία προσευχή σου σ’ αυτόν τον κόσμο και ότι την ίδια μέρα θα φύγης από αυτήν την ζωήν για πάντα. Να έχης την αίσθηση ότι αυτά είναι τα τελευταία λόγια σου στον Θεόν. Τότε τι θα του πης; Δεν θα βάλης τα κλάματα και δεν θα παρακαλής να σε συγχωρέση για τις αμαρτίες σου και δεν θα παρακαλής να σε σώση και δεν θα δοξάζης τον Θεόν για το παντοδύναμον μεγαλείον του, αφού είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, και από αυτόν τον ίδιον και μόνον από αυτόν εξαρτώνται τα σύμπαντα; Πώς θα προσευχηθής τότε, την τελευταία ώρα της ζωής σου; Έτσι να προσεύχεσαι πάντα, γιατί δεν ξέρεις πότε θα τελειώση η σύντομη πορεία σου σ’ αυτόν τον κόσμο…
- Σοφά λόγια, πολύ σοφά, είπα με θαυμασμό…
….
- Σε ακούω , πάτερ, να ψέλνης συνεχώς «Θεοτοκία» και «Δοξαστικά» για την Θεοτόκον. Σου αρέσουν τόσον πολύ αυτά τα τροπάρια ή έχουν άλλη σημασία; ξαναρώτησα.
- Και για τα δυο, που είπες φίλε μου. Και γιατί μου αρέσουν πολύ και γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, το να τιμούμε την Μητέρα του Θεού, το αγνότερον πλάσμα της παγκοσμίου ιστορίας. Τέτοιος άνθρωπος δεν έχει εμφανισθεί , ούτε πρόκειται να φανή σ’ αυτόν τον κόσμον. Είναι αυτό που λέγει ο Ψαλμός: «Χαίρε χαράς δοχείον». Και όντως είναι το δοχείον της αιώνιας χαράς . Και αυτό το δεύτερον μου το εξήγησε μια μέρα ο π. Σωφρόνιος.
- Για τα «Θεοτοκία»;
- Για κάθε προσευχή προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον, συνέχισε ο π. Ιωάννης.
- Δηλαδή, πώς σου το είπε;
- Δεν θα τελειώνης, παιδί μου, την προσευχή σου, χωρίς να επικαλεσθής την βοήθεια και την μεσιτείαν της Θεοτόκου, χωρίς την «ουρά» της προσευχής, διότι αυτό κάνει και η Εκκλησία, που έχει καθιερώσει μετά από άλλα δοξολογικά υμνογραφήματα , να ψάλλεται και ένα Θεοτοκίον, που είναι πάντοτε αφιερωμένον στην Κυρίαν Θεοτόκον. Αλλά και ο λαός μας , μέσα στην σοφή απλότητά του, αυτό κάνει. Επικαλείται μετά τον Χριστόν την παναγία και λέγει: “Έλα Χριστέ και Παναγία” και κάνει τον σταυρό του και πορεύεται ανάλογα. Γι’ αυτό κι εσύ να κάνης το ίδιο και θα έχης πολλή βοήθεια και ευλογία εξ ύψους».
Σιώπησε ο Γέροντας Ιωάννης κι εγώ σκεφτόμουνα τα όσα είχε πει για την προσευχή προς την Παναγία. Κι ακόμα τα λόγια του για τα δυο χέρια της ψυχής, τον νου και την καρδιά, με τα οποία πρέπει να αγκαλιάζουμε τον Θεόν όταν προσευχόμαστε. Και ο π. Ιωάννης ξανάρχισε να σιγοψέλνη:
- Πάντων προστατεύεις, Αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστει τη κραταιά σου χειρί∙ άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς τον Θεόν…»…




Από το βιβλίο: «Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ
ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ
(Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
από το 1896