Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Μαΐου 2017 (Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ε´ 1 - 15
1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ε´ 1 - 15
1 Επειτα από αυτά ήλθεν η εορτή των Ιουδαίων και ανέβη ο Ιησούς εις τα Ιεροσόλυμα. 2 Εκεί δε εις τα Ιεροσόλυμα, κοντά εις την προβατικήν πύλην του τείχους, υπήρχε μία δεξαμενή νερού, η οποία εις την Εβραϊκήν γλώσσαν είχε το όνομα Βηθεσθά. Γυρω από αυτήν ήσαν και πέντε υπόστεγα. 3 Εις αυτά τα υπόστεγα ευρίσκετο πολύ πλήθος από αρρώστους, τυφλοί, χωλοί, άνθρωποι με ακίνητο και σαν ξερό κάποιο μέλος του σώματός των και οι οποίοι όλοι επερίμεναν να κινηθή το νερό. 4 Διότι κατά καιρούς κατέβαινε άγγελος εις αυτήν την κολυβήθρα και ανεταράσσετο το νερό. 
Ο πρώτος, λοιπόν, που θα έμπαινε μετά την ταραχήν του νερού, εθεραπεύετο, από οποιοδήποτε νόσημα και αν κατείχετο. 5 Υπήρχε δε εκεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ήτο ασθενής τριάντα οκτώ χρόνια. 6 Οταν τον είδε ο Ιησούς να κατάκειται, και σαν Θεός που ήτο εγνώρισε ότι πολύν καιρόν είναι άρρωστος, του λέγει· “θέλεις να γίνης υγιής;” 7 Απεκρίθη ο ασθενής· “θέλω, Κυριε, αλλά δεν έχω άνθρωπον, ώστε όταν ταραχθή το νερό νε με ρίψη εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε εγώ σύρομαι προς αυτήν, άλλος πριν από μένα κατεβαίνει εις την κολυμβήθραν”. 8 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “σήκω επάνω, πάρε το κραββάτι σου και περιπάτει”. 9 Και αμέσως έγινε υγιής ο άνθρωπος, επήρε το κρεββάτι του και ήρχισε να περιπατή, όπως όλοι οι υγιείς.
Ητο δε Σαββατον κατά την ημέραν εκείνην. 10 Ελεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον θεραπευθέντα· “σήμερα είναι Σαββατον. Και δεν σου επιτρέπεται να σηκώνης το κρεββάτι σου”. 11 Απήντησε εις αυτούς· “εκείνος, που με θαύμα μου έδωσε την υγείαν μου, μου είπε· Παρε το κρεββάτι σου, και περιπάτει”. 12 Ηρώτησαν, λοιπόν, αυτόν· “ποίος είναι ο άνθρωπος, που σου είπε· “πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;” 13 Ο θεραπευθείς όμως δεν εγνώριζε ποιός είναι, διότι ο Ιησούς είχε απομακρυνθή μέσα στον όχλον, που ευρίσκετο στον τόπον εκείνον. 14 Επειτα από αυτά τον ευρήκε ο Ιησούς εις την αυλήν του ναού και του είπε· “πρόσεξε· έγινες υγιής· μην αμαρτάνης πλέον, δια να μη σου συμβή κάτι το χειρότερον”. 15 Εφυγε τότε ο άνθρωπος από τον ναόν, επήγε στους Ιουδαίους και τους ανήγγειλε, ότι αυτός που τον έκαμε υγιή είναι ο Ιησούς. (Θα έπρεπε από λόγους και μόνον ευγνωμοσύνης να είχε κινηθή ο τέως παράλυτος, δια να γνωστοποιήση στους Ιουδαίους, ότι ο Ιησούς του είχε δώσει την υγείαν ). 

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΕ, ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ!
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»
   Ἦταν πράγματι ἀξιολύπητος ὁ παράλυ­τος τῆς κολυμβήθρας Βηθεσδᾶ, μιᾶς μι­κρῆς λίμνης ὅπου πλῆθος ἀσθενῶν προσδοκοῦσαν τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τους. Κατὰ διαστήματα ἄγγελος ἀνατάραζε τὰ νερὰ τῆς λιμνούλας καὶ ὁ πρῶτος ἄρρωστος ποὺ ἔπεφτε μέσα της ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναταραχὴ τῶν νερῶν, γινόταν καλά, ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀρρώστια κι ἂν ­ἔπασχε. Καὶ αὐτὸς δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν βοηθήσει. Δὲν ἦταν μόνο ἡ βαριὰ ἀσθένεια ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ­ὑποφέρει 38 ὁλόκληρα χρόνια, ἀλλὰ κυρίως ἡ μοναξιά. Ἡ ἐγκατάλειψή του ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Κύριος, μὲ πόνο ψυχῆς ἐξέθεσε τὸ δράμα του: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», Τοῦ εἶπε. Δὲν ἔχω κάποιον ἄνθρωπο γιὰ νὰ μὲ βοηθήσει.

   Αὐτὸ τὸ παράπονο τοῦ παραλύτου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ σήμερα πρῶτον νὰ παρουσιάσουμε τὸ πρόβλημα τῆς μοναξιᾶς, καὶ δεύτερον νὰ ἀνακαλύψουμε τρόπους γιὰ τὴν ὑπέρβασή του.
1. ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΓΑΠΗΣ
   Ὁ παράλυτος λέει ὅτι δὲν ἔχει ἄνθρωπο, ἐνῶ βρισκόταν κατάκοιτος ἀνάμεσα σὲ «πλῆθος πολὺ ἀσθενούντων» καὶ μάλιστα σὲ μιὰ δημόσια εἴσοδο τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων. Γιατί; Διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γύρω του δὲν προθυμοποιήθηκε νὰ μείνει κάποιο διάστημα μαζί του γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει. Ἀδιάφοροι καὶ ἀσυγ­κίνητοι τὸν ἀντίκριζαν οἱ περαστικοί, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς ἐνδιαφέρονταν μόνο γιὰ τὸ ἄτομό τους καὶ κανεὶς δὲν τοῦ παραχωροῦσε τὴ θέση του, κι ἂς τὸν ἔβλεπαν καθηλωμένο τόσα χρόνια. 
   Δυστυχῶς ὅμως κάτι παρόμοιο συμβαί­­νει καὶ σήμερα. Ὑπάρχουν ­ἄνθρω­ποι ποὺ ἂν καὶ διαμένουν σὲ πολυκα­τοικία, ζοῦν σὰν σὲ ἀπομόνωση καὶ πεθαίνουν χωρὶς καν­εὶς νὰ τὸ πάρει εἴδηση. Ὑπάρχουν ἀ­­­σθε­νεῖς στὰ νοσοκομεῖα τοὺς ὁποίους ­κα­νεὶς δὲν ἐπισκέπτεται, κι ἂς πηγαινοέρ­χον­ται γύρω τους καθημερινὰ ἑκατοντάδες ­ἄν­­θρωποι... Ὑπάρχουν ­ἀκόμη γέροντες ἀνή­μποροι, παιδιὰ ἐγκαταλειμμένα, μητέρες ­ἀβοή­θητες... Ὅλοι ἐπαναλαμβάνουν μὲ πόνο τὸ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» ὑπογραμ­μίζοντας τὴ διαπίστωση ὅτι ἡ μοναξιὰ ἀποτελεῖ τραγικὸ φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ εἶναι στ’ ἀλήθεια τραγικό, στὴν ἐποχὴ μὲ τὰ τελειότερα μέσα ἐπικοινωνίας, νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴ μοναξιά. Καὶ τελικὰ ἡ μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἐγκατάλειψη ἀλλὰ ἡ ἀπουσία τῆς ἀγάπης. Ὅταν λείπει ἡ ἀγάπη, τότε μπορεῖ νὰ ζεῖς ἀνάμεσα σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων κι ὅμως νὰ νιώθεις μόνος: νὰ μὴν ἔχεις κάποιον νὰ ἐμπιστευθεῖς, νὰ τοῦ ἀνοίξεις τὴν καρδιά σου, νὰ πεῖς τὸν πόνο σου, τὸ πρόβλημά σου...
2. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
   Τί μποροῦμε ὅμως νὰ κάνουμε γιὰ νὰ ξεπεράσουμε αὐτὴν τὴν τραγικὴ κατάσταση τῆς μοναξιᾶς; Ὑπάρχει διέξοδος; Ναί! 
   Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος συνάντησε τὸν παράλυτο ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει, δίνει θάρρος καὶ ἐλπίδα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ βιώνει τὴ θλίψη τῆς μοναξιᾶς. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς κανέναν δὲν ἀφήνει ἔρημο καὶ ἀβοήθητο. Σ’ ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος παρουσιάζει τὸν Κύριο νὰ ἀπαντᾶ στὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα ­περιβέβλη­μαι, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;». Εἶναι σὰν νὰ μιλᾶ ὁ Κύριος καὶ στὸν καθένα ἀ­­­­­­­πὸ μᾶς: «Γιὰ σένα ἔγινα ἄνθρωπος, γιὰ ­σέ­να πῆρα τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ σὺ ­πα­ραπονεῖσαι ὅτι δὲν ἔχεις ἄνθρωπο;...» Πό­­­­σο εὔκολα ὅμως ξεχνᾶμε αὐτὴ τὴ σπουδαία ἀλήθεια καὶ βυθιζόμαστε στὴν ἀπελπισία! ­Παρα­πονούμαστε ὅτι δὲν ἔχουμε καν­ένα νὰ ­ἐν­­­διαφερθεῖ γιὰ μᾶς, ἐνῶ ἔχου­με δίπλα μας ὄχι ἁπλῶς ἕναν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν παντοδύναμο Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ δική μας σωτηρία. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο, πρὸς ἐσένα, πρὸς ἐμένα, πρὸς ὅλους μας! 
   Καὶ δὲν εἶναι μόνο ἀοράτως κοντά μας ὁ Κύριος, ἀλλὰ στέλνει καὶ ἀνθρώπους δικούς του γιὰ νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ στηρίζουν ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Πόσοι πιστοὶ χριστιανοὶ ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴ θεϊκὴ Ἀγάπη ἀναλίσκονται σὲ ἔργα διακονίας καὶ προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο...! Ἄλλοι ξενυχτοῦν κοντὰ σὲ ἀσθενεῖς ποὺ εἶναι μόνοι, ἄλλοι φροντίζουν ἀστέγους, ἄλλοι συμπαρίστανται σὲ ἀναπήρους, ἄλλοι... Εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγράψουμε ἔστω καὶ ἕνα μικρὸ μέρος ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης ποὺ ἐμπνέει ἡ τέλεια Ἀγάπη, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός!
   «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»... Ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ ἂς γίνει ἀφορμὴ νὰ ξυπνήσουμε καὶ μὲ ζῆ­λο νὰ ἐπιδοθοῦμε στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ὥστε κανεὶς συνάνθρωπός μας νὰ μὴ νιώθει ­πλέον μόνος σ’ αὐτὸν τὸν ἀπάνθρωπο κόσμο μας.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου