Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 8 Οκτωβρίου 2017. (Ἡ ἀνάστασις τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἐν Ναΐν)



Γ' Λουκᾶ (Ἡ ἀνάστασις τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἐν Ναΐν).

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ζ´ 11 - 16
11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. 12 ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. 13 καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· 14 καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. 15 καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. 16 ἔλαβε δὲ φόβος πάντας, καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν, λέγοντες ὅτι Προφήτης μέγας ἠγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι Ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ζ´ 11 - 16
11 Επειτα από αυτά, επήγαινε ο Ιησούς προς την πόλιν Ναΐν. Και μαζή του επήγαιναν αρκετοί μαθηταί του και λαός πολύς. 12 Μολις δε επλησίασε εις την πύλην της πόλεως και ιδού εγίνετο η εκφορά ενός νεκρού, ο οποίος ήτο μονογενής υιός εις μητέρα χήραν και αποστράτευτον και πολύς λαός με πολλήν συμπάθειαν προς αυτήν παρακολουθούσε μαζή της την κηδείαν. 13 Και όταν την είδε ο Κυριος, την ευσπλαγχνίσθη και της είπε· “μη κλαίεις”. 14 Και αφού επλησίασε, ήγγισε το φέρετρον, ενώ εκείνοι που το εκρατούσαν εσταμάτησαν, και είπε· “νεανίσκε, εις σε λέγω· Σηκω”. 15 Και αμέσως εσηκώθη και εκάθισε ο νεκρός και ήρχισε να ομιλή. Ο δε Ιησούς έδωκε αυτόν εις την μητέρα του. 16 Και κατέλαβε φόβος όλους και εδόξαζαν τον Θεόν λέγοντες ότι “προφήτης μέγας παρουσιάσθη μεταξύ μας και ότι ο πανάγαθος Θεός επεσκέφθηκε τον λαόν του”.

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ
Ευαγγέλιο: Λουκ. ζ΄ 11 - 16

Η στάση μας απέναντι στον θάνατο



Η εκ νεκρών ανάσταση του μονογενούς υιού της χήρας της Ναϊν από τον Ιησού, όπως περιγράφεται στο σημερινό ανάγνωσμα από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, μάς δίδει την αφορμή να μιλήσουμε για το γεγονός του θανάτου και να δούμε πώς πρέπει ο Χριστιανός, ως συνειδητό μέλος της Εκκλησίας, να τοποθετείται απέναντί του.


Είναι αλήθεια ότι ο θάνατος ανέκαθεν προκαλούσε στον άνθρωπο αισθήματα φόβου και αποστροφής. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος κάνει τα πάντα προκειμένου να κρατηθεί στη ζωή και ν’ αυξήσει το προσδόκιμό της. Η στάση αυτή δικαιολογείται καθότι ο άνθρωπος, έχοντας ευεργετηθεί από τον Δημιουργό του με την ζώσα ψυχή, την οποία διαθέτει, έχει πλασθεί για την αθανασία. Ο θάνατος είναι κατάσταση ξένη προς την ίδια του τη φύση. Παράλληλα, όμως, είναι και δική του επιλογή, καθότι ο ίδιος άνοιξε τον δρόμο για την έλευσή του, με την αμαρτία και αποστασία από το θέλημα του Θεού. Καρποί του θανάτου, ως εκ τούτου, είναι ο πόνος, το αίσθημα της έλλειψης, η θλίψη, το κενό. Αποτέλεσμα όλων αυτών, για τον άνθρωπο που βρίσκεται μακράν του Θεού, είναι η απογοήτευση και η απελπισία.


Και ενώ για τους ανθρώπους ο θάνατος είναι γεγονός τρομακτικό και αποκρουστικό, η Εκκλησία τον τοποθετεί στη σωστή του θέση θεωρώντας τον αναπόφευκτη στιγμή της ζωής, κατά την οποία ο άνθρωπος μεταφέρεται από την μία όψη της ζωής στην άλλη, δηλ. από την κατάσταση της θνητότητας σ’ αυτή της αθανασίας.


Στη σκέψη της Εκκλησίας το απευκταίο είναι η απώλεια της ψυχής και όχι το γεγονός του θανάτου. Αυτό πρέπει να είναι και το ενδιαφέρον κάθε Χριστιανού, ο οποίος οφείλει να διάγει τη ζωή του, όχι απαρνούμενος αυτήν, αλλά προετοιμαζόμενος, δι’ αυτής, για την προοπτική της αιωνιότητας. Η Εκκλησία διδάσκει ότι ο παρών βίος πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ένα πανδοχείο, στο οποίο ο άνθρωπος διαμένει για λίγες μόνο μέρες και, όσο καλό και πολυτελές κι αν είναι, προσδοκά, διαρκώς, την επιστροφή στην οικία του, έστω κι αν αυτή είναι λιτή και απέριττη. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο θάνατος είναι ο τρόπος επιστροφής του ανθρώπου στην οικεία γι’ αυτόν κατάσταση της αιωνιότητος της Βασιλείας του Θεού, για την οποία είναι προορισμένος.


Έλεγε ο μεγάλος Ρώσος Ορθόδοξος Θεολόγος Μπερδιάγιεφ ότι «η ζωή δεν είναι ευγενής παρά γιατί περιέχει το θάνατο, που μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος είναι προορισμένος για μια άλλη ύψιστη ζωή. Χωρίς τον θάνατο η ύπαρξη θα ήταν ευτελής και ανόητη»


Αλλά ο Θεός, που αντιμετωπίζει το πλάσμα του πάντοτε με απόλυτη αγάπη και ενδιαφέρεται για την σωτηρία της ψυχής του, επιτρέπει τον θάνατο και για έναν ακόμη λόγο, τον οποίο πρέπει να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε. «Ο φυσικός θάνατος πρέπει να ιδωθεί όχι αρχικά σαν τιμωρία, αλλά σαν μέσο ανακουφιστικό, δοσμένο από τον Θεό που αγαπάει. Μέσα στο έλεός Του ο Θεός δε θέλησε να συνεχίσουν να ζουν οι άνθρωποι απεριόριστα μέσα σ’ ένα πεπτωκότα κόσμο, δεμένο για πάντα μέσα στον φαύλο κύκλο των δικών τους επινοημάτων κι έτσι έδωσε ένα τρόπο φυγής. Γιατί ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής, αλλά η αρχή της ανανέωσής της. Αποβλέπουμε, πέρα από τον φυσικό θάνατο, στην μελλοντική επανασύνδεση σώματος και ψυχής, στην καθολική ανάσταση την έσχατη Ημέρα»


Αντί, λοιπόν, αδελφοί, να δαπανούμε τον εαυτό μας καλλιεργώντας μέσα μας φόβο και τρόμο για τον επικείμενο θάνατο και αντί να στρεφόμαστε κατά του Θεού, όταν ο Εκείνος, από αγάπη παίρνει κοντά Του αγαπημένα μας πρόσωπα, οδηγούμενοι στην καταστροφική και δαιμονική απελπισία, ας φροντίσουμε για την ημέρα εκείνη και την ώρα της προσωπικής μας κρίσης ενώπιον του δικαιοκρίτου Χριστού. Και ας εκμεταλλευτούμε τον χρόνο της ζωής μας με τέτοιο τρόπο, ώστε την ώρα του θανάτου να ακούσουμε την Θεϊκή κλίση: Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ. Επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου.


ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου