Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 4 Ιουνίου 2017 (Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστής)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52
37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12
12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Απόδοση στη Νεοελληνική ( Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52
37 Κατά την τελευταίαν δε μεγάλην ημέραν της εορτής εστάθη ο Ιησούς και με ισχυράν φωνήν είπεν· “εάν κανείς διψά πνευματικά και αιώνια αγαθά, λύτρωσιν, ειρήνην και χαράν, ας έλθη κοντά μου και ας πίνη την αλήθειαν που προσφέρω, δια να ικανοποιηθούν έτσι οι πλέον βαθείς και ευγενείς πόθοι του. 38 Εκείνος που πιστεύει εις εμέ, όπως είπε και η Γραφή, θα γίνη αστείρευτος πνευματική πηγή· και από την καρδίαν του θα αναβλύζουν και θα τρέχουν ποταμοί από ολόδροσο τρεχούμενο νερό”. 39 Αυτό δε είπε ο Κυριος δια το Αγιον Πνεύμα, το οποίον έμελλον να λάβουν όσοι θα επίστευον εις αυτόν, διότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος, που αναγεννά και σώζει, δεν είχε ακόμη δοθή εις κανένα, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθή με την μεγάλην θυσίαν και με την ένδοξον ανάληψίν του. 40 Πολλοί, λοιπόν, από τον λαόν, όταν ήκουσαν την διδασκαλίαν αυτήν, έλεγαν· “αυτός είναι πράγματι ο προφήτης, που έχει προαναγγείλει ο Μωϋσής. 41 Αλλοι έλεγαν· “αυτός είναι πράγματι ο Χριστός”. Αλλοι έλεγαν· “δεν είναι ο Χριστός, διότι μήπως από την Γαλιλαίαν θα έλθη ο Χριστός; 42 Δεν είπε η Γραφή, ότι ο Χριστός κατάγεται από το γένος του Δαυΐδ και έρχεται από το χωρίον Βηθλεέμ, όπου εγεννήθη και έζησεν ο Δαυΐδ;” 43 Εγινε, λοιπόν, αντιγνωμία και διαίρεσις μεταξύ του λαού εξ αιτίας αυτού. 44 Μερικοί δε από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε επάνω του το χέρι. 45 Επέστρεψαν, λοιπόν, οι υπηρέται στους αρχιερείς και Φαρισαίους, χωρίς να έχουν συλλάβει τον Χριστόν και τους είπαν εκείνοι· “διατί δεν τον εφέρατε εδώ;” 46 Απεκρίθησαν οι υπηρέται· “ποτέ μέχρι σήμερα άλλος άνθρωπος δεν εδίδαξε έτσι, όπως διδάσκει αυτός ο άνθρωπος”. 47 Απεκρίθησαν τότε οι Φαρισαίοι εις αυτούς· “μήπως και σεις έχετε παρασυρθή από αυτόν εις την πλάνην; 48 Μηπως επίστευσεν εις αυτόν κανείς από τους άρχοντας η από τους Φαρισαίους; Κανείς δεν επίστευσε, διότι αυτοί μόνοι γνωρίζουν την αλήθειαν και έχουν ορθή κρίσιν. 49 Αλλά επίστευσεν αυτός ο αγράμματος όχλος, που δεν γνωρίζει τον νόμον και δι' αυτό είναι καταράμενοι!” 50 Λεγει τότε προς αυτούς ο Νικόδημος, που ήτο ένας από αυτούς και ο οποίος είχεν επισκεφθή νύκτα τον Χριστόν· 51 “μήπως ο νόμος μας καταδικάζει τον άνθρωπον, εάν ο δικαστής δεν ακούση πρώτον από αυτόν την απολογίαν του και μάθη τι έχει κάμει;” 52 Απήντησαν και του είπαν· “μήπως και συ είσαι από την Γαλιλαίαν; Ερεύνησε και μάθε, ότι προφήτης δεν έχει έως τώρα βγη από την Γαλιλαίαν”. (Η αξία του ανθρώπου δεν έγκειται στον τόπον καταγωγής, αλλά εις την αρετήν και τα έργα του).

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12
12 Παλιν, λοιπόν, ωμίλησε προς αυτούς ο Ιησούς λέγων· “εγώ είμαι το φως όλου του κόσμου, εκείνος που με ακολουθεί πιστά δεν θα περιπατήση στο σκότος με άμεσον τον κίνδυνον να κρημνισθή εις τα βάραθρα, αλλά θα έχη το πνευματικόν φως που ακτινοβολείται από τον Θεόν, την πηγήν της ζωής.

Το Ιερό Κήρυγμα



ΚΥ­ΡΙ­Α­ΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ 

Ἡ ἑ­ορ­τή τῆς Πε­ντη­κο­στῆς εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς με­γα­λύ­τε­ρες ἑ­ορ­τές τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἔ­τους. Κατ᾿ αὐ­τήν ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Θε­οῦ γι­ά τήν ἔ­λευ­ση τοῦ Πα­ρα­κλή­του, τοῦ τρί­του Προ­σώ­που τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, καί πρα­γμα­το­ποι­ή­θη­κε ἡ ἐ­πί­ση­μη φα­νέ­ρω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στόν κό­σμο καί τήν Ἱ­στο­ρί­α.

Ἡ σω­τη­ρι­ώ­δης ὑ­πό­σχε­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Θε­οῦ γι­ά τόν ἐρ­χο­μό τοῦ Σω­τῆ­ρα Χρι­στοῦ. Ἡ ὑ­πό­σχε­ση τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ γι­ά τόν ἐρ­χο­μό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ Κύ­ρι­ος, με­τά τόν Μυ­στι­κό Δεῖ­πνο, μί­λη­σε στούς Μα­θη­τάς καί Ἀ­πο­στό­λους γι­ά τόν ἄλ­λο Πα­ρά­κλη­το πού θά εἶ­ναι συ­νή­γο­ρος καί πα­ρη­γο­ρι­ά τους. Λί­γο πρίν ἀ­πό τήν Ἀ­νά­λη­ψή Του, εἶ­πε: «Σᾶς ἀ­πο­στέλ­λω τήν ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Πα­τρός μου· κι ἐ­σεῖς νά κα­θί­σε­τε στήν πό­λη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μέ­χρις ὅ­του ἐν­δυ­θῆ­τε τήν ἐξ ὕ­ψους δύ­να­μη». Κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς ἦλ­θε τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, πού ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό Πα­τέ­ρα καί στέλ­λε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό-Υἱ­ό, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, καί φα­νέ­ρω­σε τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό Ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα «ὅ­λον συ­γκρο­τεῖ τὸν θε­σμὸν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας».

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς στό Ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα μᾶς πε­ρι­γρά­φει τά αἰ­σθη­τά ση­μεῖ­α τῆς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος: «Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς, ἦ­ταν ὅ­λοι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι μα­ζί συ­νη­γμέ­νοι στό ἴ­δι­ο μέ­ρος. Ξα­φνι­κά ἦρ­θε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό μι­ά βο­ή, σάν νά φυ­σοῦ­σε δυ­να­τός ἄ­νε­μος, καί γέ­μι­σε ὅ­λο τό σπί­τι ὅ­που κα­θό­ταν. Τό­τε τούς πα­ρου­σι­ά­σθη­καν γλῶσ­σες σάν φλό­γες φω­τι­ᾶς πού δι­α­μοι­ρά­ζο­νταν καί κά­θι­σαν ἀ­πό μί­α στόν κα­θέ­να ἀπ᾿ αὐ­τούς».

Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐκ­δη­λώ­θη­κε μέ πύ­ρι­νες γλῶσ­σες. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος πα­ρα­τη­ρεῖ: «Καὶ κα­λῶς εἶ­πε, δι­α­με­ρι­ζό­με­ναι. Ἐκ μι­ᾶς γὰρ ἦν ρί­ζης, ἵ­να μά­θῃς ὅ­τι ἐ­νέρ­γει­ά ἐ­στιν ἀ­πό τοῦ Πα­ρα­κλή­του πεμ­φθεῖ­σα». Τό πῦρ-φῶς εἶ­ναι τό κατ᾿ ἐ­ξο­χήν ση­μεῖ­ο τῆς ἐμ­φα­νεί­ας καί πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ στούς ἀν­θρώ­πους. Πρῶ­τα ἐκ­πέ­μπε­ται ἑ­νι­αί­α δέ­σμη πυ­ρός καί δι­α­μοι­ρά­ζε­ται «ἐφ᾿ ἕ­να ἕ­κα­στον αὐ­τῶν», ἐν εἴ­δει γλωσ­σῶν. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ση­μει­ώ­νει ὅ­τι τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα φα­νε­ρώ­θη­κε μέ τό σχῆ­μα τῆς γλώσ­σης, γι­ά νά δεί­ξη «τήν συγ­γέ­νει­ά Του μέ τόν Λό­γο τοῦ Θε­οῦ» καί συγ­χρό­νως γι­ά τήν «χά­ριν τῆς δι­δα­σκα­λί­ας».

Πρά­γμα­τι, ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος δέν εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τήν ο­ἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Χρι­στός ἀ­πο­στέλ­λει τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα καί τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα μορ­φώ­νει τόν Χρι­στό «ἐν ταῖς καρ­δί­αις ἡ­μῶν». Ἐ­πί­σης, γρά­φε­ται στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων «γλῶσ­σες ὡ­σεί πυ­ρός», γι­ά νά μή νο­μί­σου­με ὅ­τι τό πῦρ αὐ­τό ἦ­ταν αἰ­σθη­τό καί ὑ­λι­κό.

Ἀ­μέ­σως μέ τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος δό­θη­κε στούς Ἀ­πο­στό­λους τό χά­ρι­σμα τῆς γλωσ­σο­λα­λι­ᾶς, πού ἦ­ταν ὑ­περ­φυ­σι­κή ἐκ­δή­λω­ση καί ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἔ­κτα­κτο χά­ρι­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τό γε­γο­νός εἶ­ναι ὅ­τι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­γι­ναν ὄρ­γα­να τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος, «ἐ­νερ­γοῦ­ντά τε καὶ κι­νού­με­να κα­τὰ θέ­λη­σιν Ἐ­κεί­νου καὶ δύ­να­μιν». Τό χά­ρι­σμα τῆς γλωσ­σο­λα­λι­ᾶς εἶ­ναι μι­ά μορ­φή προ­σευ­χῆς πού δο­ξά­ζει τόν Θε­ό καί μι­ά μορ­φή προ­φη­τεί­ας πού ἀ­ναγ­γέ­λει στούς ἀν­θρώ­πους τά με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, στήν Βα­βέλ χω­ρί­σθη­καν οἱ γλῶσ­σες τῶν ἀν­θρώ­πων, ἐ­νῶ στήν Πε­ντη­κο­στή ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν γλωσ­σῶν. Μέ τό Πα­νά­γι­ο Πνεῦ­μα ἀ­πο­κτοῦ­με τήν ἑ­νό­τη­τα καί ἀ­πο­κτοῦ­με κοι­νή γλῶσ­σα. Αὐ­τήν τήν κοι­νή γλῶσ­σα μι­λοῦ­σαν καί μι­λοῦν οἱ Ἅ­γι­οι, ὁ­που­δή­πο­τε καί ὁ­πο­τε­δή­πο­τε καί ἄν ἔ­ζη­σαν.

Ὅ­μως καί σή­με­ρα ἐ­πι­κρα­τεῖ στίς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες ἡ κα­τά­στα­ση τῆς Βα­βέλ. Ὅ­λοι πα­σχί­ζουν νά κα­τα­σκευ­ά­σουν μέ τόν ἐ­γω­ϊ­σμό τους τόν πύρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας καί μπερ­δεύ­ο­νται με­τα­ξύ τους. Ἀ­κού­γο­νται δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες-ἀ­πό­ψεις πού δη­μι­ουρ­γοῦν σύγ­χυ­ση. Ἀ­κό­μη καί ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στι­α­νοί, ἀ­φοῦ δέν ἔ­χου­με ἀ­πο­κτή­σει τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μι­λοῦ­με ἀ­κα­τα­νό­η­τα. Δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με τήν γλῶσ­σα τῶν Ἁ­γί­ων μας, δέν ἀ­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τήν γλῶσ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἑρ­μη­νεύ­ου­με αὐ­θαί­ρε­τα τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, δη­μι­ουρ­γώ­ντας ἔ­τσι σύγ­χυ­ση μέ­σα μας καί με­τα­ξύ μας.

Σή­με­ρα, λοι­πόν, πού ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν ἐ­πι­φοί­τη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρέ­πει νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με ὅ­τι ἡ Πε­ντη­κο­στή εἶ­ναι ἕ­να συ­νε­χές καί πα­ρα­τει­νό­με­νο θαῦ­μα. Ὁ Πα­ρά­κλη­τος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά εἶ­ναι πα­ρών στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐν δυ­νά­μει δω­ρε­ά πού λά­βα­με κα­τά τό Βά­πτι­σμα πρέ­πει νά γί­νη ἐ­νερ­γη­τι­κή καί ζῶ­σα με­το­χή στόν πλοῦ­το τῶν χα­ρι­σμά­των τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Ἀ­δελ­φοί μου, σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μᾶς κα­λεῖ νά γο­να­τί­σου­με καί νά προ­σευ­χη­θοῦ­με θερ­μά στό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, νά κα­τα­σκη­νώ­ση μέ­σα στήν καρ­δι­ά μας, νά τήν με­τα­μορ­φώ­ση καί νά τήν ἁ­γι­ά­ση.

«Ἐλ­θέ, τό φῶς τό ἀ­λη­θι­νόν, ἐλ­θέ ἡ αἰ­ώ­νι­ος ζω­ή, ἐλ­θέ τό ἀ­πο­κε­κρυμ­μέ­νον μυ­στή­ρι­ον.­.­.­.­». ΑΜΗΝ.

ΠΗΓΗ

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Μαΐου 2017(Ἐν ᾗ μνείαν ποιούμεθα τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῶν συγκροτησάντων αὐτήν 318 θεοφόρων Πατέρων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13
1 Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς. 

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

 

 

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13
1 Αυτά είπεν ο Ιησούς προς τους μαθητάς του και έπειτα εσήκωσε τα μάτια του στον ουρανόν και είπε· “Πατερ έφθασεν η ώρα, την οποίαν η αγαθότης και η σοφία σου ώρισε. Δοξασε και ως άνθρωπον τον Υιόν σου, ο οποίος βαδίζει προς την θυσίαν, δια να σε δοξάση και ο Υιός σου με τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων, τα οποία δια της λυτρωτικής του θυσίας θα πιστεύσουν εις σε και θα σωθούν. 2 Δοξασε τον, όπως άλωστε και τον εδόξασες έως τώρα, διότι του έδωκες εξουσίαν επί όλης της ανθρωπότητος, δια να δώση εις όλους αυτούς, που του έδωκες, ζωήν αιώνιον. 3 Αυτή δε είναι η αιώνιος ζωη, να γνωρίζουν οι άνθρωποι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, να απολαμβάνουν τας απείρους τελειότητάς σου με την στενήν επικοινωνίαν και αγάπην προς σε, να γνωρίζουν δε επίσης και τον Ιησούν Χριστόν, που έστειλες στον κόσμον. 4 Εγώ με την ζωήν και το έργον μου σε εδόξασα εις την γην. Εκαμα γνωστόν το όνομά σου στους ανθρώπους και με την σταυρικήν μου θυσίαν την οποίαν μετ' ολίγον προσφέρω, ετελείωσα το έργον, το οποίον μου έδωκες να πραγματοποιήσω. 5 Και τώρα, δόξασέ με και συ, Πατερ, πλησίον σου με την δόξαν την οποίαν είχα κοντά σου, πριν άκομα λάβη ύπαρξιν από σε ο κόσμος. 6 Εφανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους, τους οποίους συ επήρες από τον κόσμον και μου τους έδωκες ως μαθητάς μου. Ησαν ιδικοί σου, σύμφωνα με την αγαθήν διάθεσιν που είχαν, και συ τους έδωκες εις εμέ, και αυτοί εφύλαξαν την εντολήν σου. 7 Τωρα έμαθαν καλύτερα ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από σε. 8 Την γνώσιν των και πεποίθησιν αυτήν μαρτυρεί και το γεγονός ότι τους λόγους, που μου έδωκες, τους έδωσα εις αυτούς και αυτοί τους εδέχθησαν και εσχημάτισαν την βεβαίαν γνώσιν και πεποίθησιν, ότι πράγματι εγώ εγεννήθηκα και εβγήκα στον κόσμον από σε και επίστευσαν ότι συ με έστειλες. 9 Εγώ ειδικώς δι' αυτούς σε παρακαλώ τώρα ως μέγας αρχιερεύς και μεσίτης· δεν σε παρακαλώ δια τον κόσμον τον αμαρτωλόν και άπιστον, αλλά δι' αυτούς που μου έδωκες, διότι εξακολουθούν να είναι και θα είναι ιδικοί σου. 10 Αλλωστε όλα τα ιδικά μου είναι ιδικά σου και τα ιδικά σου είναι ιδικά μου. Και αυτοί οι μαθηταί μου ήσαν ιδικοί σου και έγιναν ιδικοί μου και εξακολουθούν να είναι ιδικοί σου. Και εγώ έχω δοξασθή εν μέσω αυτών, οι οποίοι με εγνώρισαν ως Υιόν σου και Θεόν. 11 Και δεν είμαι πλέον στον κόσμον αυτόν αισθητώς μεταξύ των με το σώμα μου, και αυτοί είναι στον κόσμον, δια να εκπληρώσουν την υψηλήν αποστολήν των. Και εγώ έρχομαι προς σε. Πατερ άγιε, φύλαξέ τους με την θείαν σου δύναμιν και αγάπην, αυτούς τους οποίους συ μου έδωκες, ώστε να είναι ενωμένοι μεταξύ των εις ένα πνευματικόν σώμα, όπως είμεθα ημείς. 12 Οταν ήμουν μαζή των στον κόσμον, εγώ τους επροφύλασσα με την ιδικήν σου ακαταγώνιστον δύναμιν και προστασίαν. Εφύλαξα αυτούς που μου έδωκες και κανένας από αυτούς δεν εχάθηκε, παρά μόνον ο υιός της απωλείας, ο προδότης, δια να εκπληρωθούν έτσι και αι προφητείαι της Γραφής. 13 Τωρα όμως έρχομαι προς σε και ενώ ευρίσκομαι ακόμη στον κόσμον, λέγω αυτά, δια να τα ακούσουν και οι ίδιοι, ώστε να έχουν την ιδικήν μου τελείαν χαράν ολόκληρον και πλήρη έντος αυτών. 

Το Ιερό Κήρυγμα






Κατά τήν ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν μνήμη τῶν ἁγίων 318 θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος συνεκλήθη, ὡς γνωστόν, ἀπό τόν πρῶτο χριστιανό αὐτοκράτορα, τόν Κωνσταντῖνο, στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τόν Μάϊο τοῦ ἔτους 325, κατεδίκασε τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου καί ἀνεκήρυξε τόν Χριστό Θεό, ὁμοούσιο πρός τόν Πατέρα. Στίς 29 Μαΐου βρίσκομε σέ πολλά χειρόγραφα νά σημειώνεται ἡ μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου αὐτῆς.

Ὁ ἑορτασμός τῆς μνήμης των κατά τήν παροῦσα Κυριακή ὀφείλεται, ὅπως εἶναι φανερό, στό γνωστό καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις ἔθος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, νά μεταθέτῃ σέ Κυριακές τίς μνῆμες τῶν μεγάλων ἁγίων. Ἡ ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή δέν εἶχε ἰδιαίτερο ἑορτολογικό θέμα καί προτιμήθηκε ὡς ἡ καταλληλοτέρα καί ἡ πλησιεστέρα πρός τήν μνήμη τῶν Πατέρων γιά νά μεταφερθῇ σ᾽ αὐτήν ὁ ἑορτασμός των.

Τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων θά ἀκούσωμε μαζί μέ τήν συνήθη ἀναστάσιμο ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς νά συμπλέκωνται τροπάρια μεθέορτα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού ἑωρτάσαμε, ἀλλά καί προεόρτια τῆς ἑορτῆς πού θά πανηγυρίσωμε μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς. Ἔτσι Ἀνάστασις, Ἀνάληψις, Πεντηκοστή καί Πατέρες ἀπό κοινοῦ θά ὑμνηθοῦν αὐτήν τήν ἐνδιάμεσα τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν Κυριακή. Παρ᾽ ὅλα τά ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσυμβίβαστα αὐτά ἑορτολογικά θέματα, δέν λείπει ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς μία σχετική ἁρμονία, πού τήν συνθέτουν ἀκριβῶς οἱ διαφορές καί οἱ ἀντιθέσεις τῶν ἐπί μέρους θεμάτων. Ἄν μάλιστα τήν τοποθετήσωμε στό ὅλο πλαίσιο τοῦ Πεντηκοσταρίου θά διακρίνωμε μέ πόση νηφαλία κρίσι καθωρίσθη ἡ διαδοχή αὐτή τῶν ἑορτῶν ἀπό τούς συντάκτας τοῦ ἑορτολογίου μας. Χάρις, πράγματι, στά θέματα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ δημιουργία ἑνός μεταβατικοῦ σταθμοῦ μεταξύ τῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἑωρτάσαμε καί ἐκείνης πού ἐπίκειται.
Μέ τήν μνήμη ἐξ ἄλλου τῶν Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου τονίζεται ἡ πιστότης τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀληθινή καί ὀρθή διδασκαλία, ὅπως τήν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου καί ὅπως τήν εἶδε ἀνάγλυφη στό ὅλο σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει καί τό συναξάριο τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων. «Τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζομεν δι᾽ αἰτίαν τοιαύτην. Ἐπειδή γάρ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τήν καθ᾽ ἡμᾶς φορέσας σάρκα, τήν οἰκονομίαν ἅπασαν ἀρρήτως ἐνήργησε καί πρός τόν πατρῷον ἀποκατέστη θρόνον, θέλοντες δεῖξαι οἱ ἅγιοι ὅτι ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐγένετο ἄνθρωπος καί τέλειος ἄνθρωπος Θεός ἀνελήφθη καί ἐκάθισε ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς, καί ὅτι ἡ σύνοδος αὕτη τῶν ἁγίων Πατέρων οὕτως αὐτόν ἀνεκήρυξε καί ἀνωμολόγησεν ὁμοούσιον καί ὁμότιμον τῷ Πατρί. τούτῳ τῷ λόγῳ μετά τήν ἔνδοξον Ἀνάληψιν τήν παροῦσαν ἐθέσπισαν ἑορτήν, ὡσανεί τόν σύλλογον τῶν τοσούτων Πατέρων προβιβάζοντες τοῦτον δή ἐν σαρκί ἀναληφθέντα Θεόν ἀληθινόν καί ἐν σαρκί τέλειον ἄνθρωπον ἀνακηρυττόντων».

Στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Ι’- ΙΑ’ αἰῶνα ἑώρταζαν τήν Κυριακή αὐτή ἐκτός ἀπό τούς Πατέρας τῆς Α’ καί τούς ἄλλους Πατέρας τῶν ἕξ οἰκουμενικῶν Συνόδων, προφανῶς γιά τόν ἴδιο λόγο. γιά νά παρασταθῇ δηλαδή ἡ ἑνότης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ἡ συνέπειά της πρός τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Λείψανο τοῦ κοινοῦ αὐτοῦ ἑορτασμοῦ βρίσκομε στό δοξαστικό τῆς λιτῆς τῆς ἀκολουθίας. Σ᾽ αὐτό ἐκτός ἀπό τόν Ἄρειο ἀπαριθμοῦνται καί ὁ Μακεδόνιος, ὁ Νεστόριος, ὁ Εὐτυχής, ὁ Σαβέλλιος καί ὁ Σεβῆρος, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων κατεδικάσθη ἀπό τάς ἄλλας Οἰκουμενικάς Συνόδους. Τελικά ὅμως ἡ ἑορτή διετήρησε μόνον τό ἀρχικό της θέμα, τήν μνήμη τῶν 318 Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἀπό τό ὅλο λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας θά σταθοῦμε στά δύο ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ καί στά δύο τῆς θείας λειτουργίας. Τά δύο πρῶτα εἶναι παρμένα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἔχουν δέ σημασία, γιατί στά ἐπεισόδια στά ὁποῖα ἀναφέρονται ἐκεῖ διεῖδε ἡ Ἐκκλησία τόν τύπο τῶν Πατέρων καί τόν ρόλο των στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Στό πρῶτο, ἀπό τήν Γένεσι, κεφάλαιο 14, 14-20, περιγράφεται ἡ θαυμαστή νίκη τοῦ Ἀβραάμ, πού ἐπί κεφαλῆς τῶν 318 «οἰκογενῶν» του κατετρώπωσε τούς ἑπτά περιοίκους βασιλεῖς, ἀπηλευθέρωσε τούς αἰχμαλώτους καί ἐδέχθη γιά τήν νίκη του τήν εὐλογία τοῦ βασιλέως τῆς Σαλήμ, τοῦ Μελχισεδέκ. Καί οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 318 καί ἐκεῖνοι ὅπως οἱ δοῦλοι τοῦ Ἀβραάμ, θεῖο στρατόπεδο – θεία παρεμβολή καί αὐτοί, κατατροπώνουν μέ τήν ἀδάμαστο μαχητικότητά τους τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ. Συντρίβουν τήν αἵρεσι καί ἀπελευθερώνουν τούς ἁρπαγέντας ἀπό αὐτήν πιστούς.
Στό δεύτερο ἀνάγνωσμα, Δευτερονομίου 1, 8-17, ὁ Μωυσῆς ἀφηγεῖται πῶς ἐξέλεξε ἀπό τό λαό «ἄνδρας σοφούς καί ἐπιστήμονας καί συνετούς» καί ἀνέθεσε σ᾽ αὐτούς τήν καθοδήγησι, τήν διακυβέρνησι τοῦ λαοῦ. Καί αὐτοί εἶναι τύπος τῶν Πατέρων, στούς ὁποίους ὁ Κύριος ἐνεπιστεύθη τήν διαποίμανσι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπάνω σ᾽ ἐκείνους ἐμερίσθη τό πνεῦμα τοῦ Μωυσέως. Σ᾽ αὐτούς μερίζει τό Πνεῦμα τό ἅγιον τά χαρίσματα τῆς σοφίας καί τῆς ὀρθῆς κρίσεως στά ἑκάστοτε ἀναφυόμενα στήν Ἐκκλησία διαφιλονικούμενα θέματα. Καί ἐδῶ ἡ κρίσις εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Τά δύο πάλι ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας μᾶς μεταφέρουν ἀπό τήν σκιά καί τήν εἰκόνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἀλήθεια τῆς Καινῆς. Τό πρῶτο εἶναι ἀπό τίς Πράξεις καί τό δεύτερο ἀπό τό Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, κατά τό σύστημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλίων αὐτῶν κατά τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ὁ Παῦλος καλεῖ τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου στήν Μίλητο, ἀπό ὅπου περνοῦσε ἐπιστρέφοντας στά Ἱεροσόλυμα.
Οἱ λόγοι του ἦσαν προφητικοί καί ἀνεφέροντο στό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐθύνη τῶν ποιμένων γιά τήν περιφρούρησι τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ λόγοι ἀπετέλεσαν καί τό ἔμβλημα τῶν Πατέρων καί ὑπέκαυσαν τήν ἀνύστακτο φροντίδα των γιά τήν ὀρθή πίστι καί τήν ἀκεραιότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν. Διό γρηγορεῖτε… Καί τά νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καί τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ» (Πράξ. 20, 16-18, 26-36).
Καί τέλος ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου, Ἰωάννου 17, 1-13, ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζει τόν Κύριο δεόμενο γιά τούς μαθητάς, γιά τήν Ἐκκλησία Του. Εἶναι ἐκεῖνοι πού Τοῦ ἐδόθησαν ἀπό τόν Πατέρα, πού ἐνῷ ἐκεῖνος θά φύγῃ ἐκεῖνοι θά μείνουν στόν κόσμο. Πού ἔχουν ἀνάγκη τῆς προστασίας τοῦ Πατρός γιά νά διατηρηθοῦν πιστοί στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πού πρέπει νά εἶναι «ἕν» ὅπως εἶναι ὁ Υἱός μέ τόν Πατέρα, γιά νά εἶναι ἡ μαρτυρία των ἀληθινή μέσα στόν κόσμο. Ὁ Χριστός τούς φύλαξε. ἕνας μόνο χάθηκε, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας. Καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας βρέθηκαν υἱοί ἀπωλείας. Ἀλλά οἱ Πατέρες τήρησαν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί κράτησαν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτόν λοιπόν τόν θεοτίμητο χορό τῶν ἁγίων Πατέρων πού μαζεύτηκε ἀπό τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί ἐδογμάτισε τήν ὀρθή σχέσι τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα, τό «ὁμοούσιον», καί διετύπωσε καί παρέδωκε τήν ὀρθή πίστι στήν Ἐκκλησία, μακαρίζομε. Ἀπό τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς νά δοῦμε τό χαρακτηριστικώτερο, τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ’ ἤχου, περίφημο γιά τήν σύνθεσί του καί γιά τήν μελῳδία του:
«Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καί φύσιν καί τό μυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ. οὕς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ὤ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου. ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος. τῆς μυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι. τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου. τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου. Νικαίας τό καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».









Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Μαΐου 2017 (Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ)

Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 - 38
1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 - 38
1 Και καθώς επερνούσεν ο Κυριος κάποιον δρόμον της πόλεως, είδε ένα τυφλόν εκ γενετής. 2 Και τον ηρώτησαν οι μαθηταί του, λέγοντες· “Διδάσκαλε, ποιός ημάρτησε, αυτός η οι γονείς του, δια να γεννηθή τυφλός; (Το πρώτο είναι αδύνατον, το δεύτερον είναι άδικον. Τοτε διατί εγεννήθη τυφλός;)” 3 Απήντησεν ο Ιησούς· “ούτε αυτός ημάρτησε ούτε οι γονείς του. Αλλά εγεννήθη τυφλός, δια να φανερωθούν, με την θαυματουργικήν θεραπείαν, τα έργα του Θεού. 4 Εγώ πρέπει να εργάζωμαι τα έργα του Θεού, ο οποίος με έστειλεν στον κόσμον, έως ότου είναι ημέρα. Ερχεται η νύκτα δηλαδή η εκδημία από τον κόσμον αυτόν, κατά την οποίαν κανείς πλέον από τους ανθρώπους δεν ημπορεί να πραγματοποιή έργα. 5 Εγώ, εφ' όσον ευρίσκομαι στον κόσμον, είμαι φως του κόσμου με την διδασκαλίαν μου, με τα θαύματά μου, με την ζωήν μου”. 6 Αφού δε είπε αυτά έπτυσε κάτω, έκαμε πηλόν και έβαλε τον πηλόν στους οφθαλμούς του τυφλού 7 και του είπε· “πήγαινε και νίψου εις την δεξαμενήν του Σιλωάμ”-αυτό το όνομα μεταφράζεται εις την ελληνικήν απεσταλμένος. Επήγε τότε εκείνος και ενίφθη και ήλθε στο σπίτι του βλέπων. 8 Οι γείτονες, λοιπόν, και όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήτο τυφλός, έλεγαν· “δεν είναι αυτός, που εκάθητο και εζητούσε ελεημοσύνην;” 9 Αλλοι έλεγαν ότι “αυτός είναι”. Αλλοι δε ότι “κάποιος άλλος , όμοιος με αυτόν είναι”. Εκείνος όμως έλεγεν ότι “εγώ είμαι, ο τέως τυφλός”. 10 Τοτε τον ερωτούσαν εκείνοι “πως ανοίχθησαν και εθεραπεύθηκαν τα μάτια σου;” 11 Απεκρίθη εκείνος και είπεν· “ένας άνθρωπος, λεγόμενος Ιησούς, έκαμε πηλόν, μου άλειψε τους οφθαλμούς και μου είπε· Πηγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Επήγα, ενίφθηκα και απέκτησα το φως μου”. 12 Του είπαν· “που είναι εκείνος;” Τους λέγει· “δεν ξέρω”. 13 Οδηγούν τότε τον τέως τυφλόν προς τους Φαρισαίους. 14 Ητο δε Σαββατον, όταν ο Ιησούς έκαμε τον πηλόν και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. 15 Οι Φαρισαίοι τον ηρώτησαν και αυτοί πάλιν, πως απέκτησεν το φως του. Εκείνος δε τους είπεν· “ένας άνθρωπος έβαλε πηλόν επάνω εις τα μάτια μου και εγώ ενίφθηκα και τώρα βλέπω”. 16 Ελεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους· “αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεόν, διότι δεν τηρεί την αργίαν του Σαββάτου”. Αλλοι έλεγαν· “πως είναι δυνατόν ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνη τέτοια καταπληκτικά θαύματα;” Διχογνωμία και διαίρεσις έγινε μεταξύ των. 17 Λεγουν πάλιν στον τυφλόν· “συ τι λέγεις δια τον άνθρωπον αυτόν; Ζητούμεν την γνώμην σου, διότι τους ιδικούς σου οφθαλμούς άνοιξε”. Εκείνος απήντησεν· “λέγω, ότι είναι προφήτης”. 18 Δεν επίστευσαν οι Ιουδαίοι δι' αυτόν ότι ήτο τυφλός και εθεραπεύθη, έως ότου εκάλεσαν τους γονείς του 19 και τους ηρώτησαν, λέγοντες· “αυτός είναι ο υιός σας, δια τον οποίον σεις λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός; Πως λοιπόν τώρα βλέπει;” 20 Απήντησαν δε οι γονείς αυτού και τους είπαν· “ξέρομεν καλά ότι αυτός είναι ο υιός μας και ότι εγεννήθη τυφλός. 21 Πως όμως τώρα βλέπει δεν ξέρομεν, η ποιός του άνοιξε τα μάτια ημείς δεν γνωρίζομεν. Αυτός ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον, και αυτός δια τον ευατόν του θα σας ομιλήση”. (Δεν υπερασπίζονται οι γονείς τον Χριστόν, τον οποίον άλωστε και δεν είχαν ιδεί, αλλ' ούτε και τον κατηγορούν. Αφίνουν τον υιόν των, καθό ενήλικον και αρκετά ικανόν να υπερασπισθή τον ευεργέτην του). 22 Ωμίλησαν δε έτσι οι γονείς του, διότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· επειδή από καιρόν είχαν συμφωνήσει και αποφασίσει οι άρχοντες των Εβραίων να διωχθή και να μη γίνη δεκτός εις την συναγωγήν, όποιος θα ωμολογούσε ότι αυτός που κάνει τα θαύματα είναι ο Χριστός. 23 Δια τούτο και οι γονείς του τυφλού είπαν ότι “ο υιός μας ηλικίαν έχει, ερωτήσατέ τον”. 24 Εκάλεσαν τότε δευτέραν φοράν τον άνθρωπον, που ήτο τυφλός και του είπαν· “δόξασε τον Θεόν, ο οποίος σε εθεράπευσε, αλλά φυλάξου από τον άνθρωπον αυτόν, τον οποίον προηγουμένως ωνόμασες προφήτην. Ημείς που μελετώμεν το θέλημα του Θεού, γνωρίζομεν καλά και διαβεβαιώνομεν ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός”. 25 Απήντησε τότε εκείνος και τους είπε· “εάν είναι αμαρτωλός, δεν ηξεύρω, ένα μόνον ηξεύρω καλά· ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω”. 26 Είπαν δε πάλιν εις αυτόν· “τι σου έκαμε; Πως σου εθεράπευσε τα μάτια;” 27 Απήντησεν εις αυτούς· “προ ολίγου σας είπα και δεν το επροσέξατε· διατί θέλετε πάλιν να ακούσετε τα ίδια; Μηπως και σεις θέλετε να γίνετε μαθηταί του;” 28 Τον ύβρισαν τότε και με περιφρόνησιν του είπαν· “συ είσαι μαθητής εκείνου. Ημείς όμως είμεθα μαθηταί του Μωϋσέως. 29 Ημείς οι μορφωμένοι και άρχοντες του λαού, ξέρομεν ότι στον Μωϋσέα ωμίλησεν ο Θεός. Αυτός δε μας είναι άγνωστος και δεν γνωρίζομεν από που είνα και από που έρχεται”. 30 Απήντησεν ο άνθρωπος και τους είπεν· “εδώ είναι το παράδοξον· ότι σεις δεν ξέρετε από που είναι, εάν είναι από τον Θεόν η όχι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια να βλέπω. 31 Ξερομε δε όλοι πολύ καλά, ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και το θέλημα του Θεού πράττη αυτόν ο Θεός ακούει. 32 Από τότε δε που υπάρχει ο κόσμος έως σήμερα δεν έχει ακουσθή ποτέ ότι εθεράπευσε κάποιος άνθρωπος τους οφθαλμούς τυφλού εκ γενετής. 33 Εάν αυτός δεν ήτο σταλμένος από τον Θεόν, δεν θα ημπορούσε να κάνη ούτε το παραμικρόν θαύμα”. 34 Γεμάτοι αγανάκτησιν εκείνοι του απήντησαν· “εκ γενετής συ είσαι ζυμωμένος ολόκληρος με τας αμαρτίας και συ τολμάς να διδάσκης ημάς;” Και τον έβγαλαν έξω από τον τόπον της συνεδριάσεώς των. 35 Ηκουσεν ο Ιησούς ότι τον έβγαλαν έξω και όταν τον ευρήκε, του είπε· “συ παρ' όλα όσα λέγουν οι άρχοντες των Εβραίων, πιστεύεις στον Υιόν του Θεού;” 36 Απήντησεν εκείνος και είπεν· “και ποιός είναι, Κυριε, δια πιστεύσω εις αυτόν;” 37 Του είπε δε ο Ιησούς· “και τον είδες και αυτός που ομιλεί μαζή σου εκείνος είναι”. 38 Αυτός δε, φωτισθείς από χάριν Θεού, είπε· “πιστεύω με όλην μου την ψυχήν, Κυριε”· και επροσκύνησε αυτόν ως απεσταλμένος πράγματι από τον Θεόν.

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
(Ἰω. 9, 1-38)
Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, τὸ ὁποῖο ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἰσάγεται μὲ ἕνα καίριο θεολογικὸ ζήτημα. Ποῖος ἦταν δηλαδὴ ὁ αἴτιος γιὰ τὴν τυφλότητα ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν οἱ μαθητὲς ρώτησαν τὸν Χριστὸ ἐὰν ἔφταιγε ὁ ἴδιος ὁ τυφλὸς ἢ οἱ γονεῖς του, ὥστε νὰ γεννηθεῖ μὲ τέτοια ἀναπηρία, τότε αὐτὸς διευκρίνισε ὅτι ἡ τύφλωση ὑφίσταται πρὸς δόξα Θεοῦ: «ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Μὲ τὴν ἀπάντησή του ὁ Χριστὸς δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εὐθύνεται γιὰ τὴν τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία μετὰ θεραπεύει γιὰ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ θὰ ἦταν τουλάχιστον παράλογο, καὶ θὰ ἀφίστατο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ.
Ἡ ἀσθένεια τοῦ τυφλοῦ προέρχεται ἀπὸ λόγους φυσιολογίας, ὁ δὲ Κύριος ἐπιδιορθώνει τὸ σφάλμα μὲ τὴν ἴδια ἐξουσία καὶ δύναμη ποὺ εἶχε χρησιμοποιήσει καὶ κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ Ἀδάμ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος γεννήθηκε τυφλός -καθὼς πολὺ χαρακτηριστικὰ μᾶς λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος- διότι οἱ γονεῖς του εἶχαν κάποια προβλήματα ὑγείας. Τὸ σημαντικὸ ὅμως στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μπορεῖ καὶ διορθώνει τὸ σφάλμα τῆς φύσης μὲ τέτοιο μάλιστα τρόπο, δηλαδὴ χρίοντας τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ μὲ λάσπη, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ πλαστούργησε καὶ τὸν Ἀδάμ.
Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀντίδραση τῶν Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι ὀργίζονται καὶ ἀπιστοῦν κατὰ τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀντίδρασή τους αὐτὴ ὠφείλεται κατ᾽ ἀρχὰς στὴν παράβαση τῶν διατάξεων τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπιβάλλονταν γιὰ τὸ Σάββατο 38 ἀπαγορεύσεις καὶ μία ἀπὸ αὐτὲς ὅριζε νὰ μὴν φτιάχνεται πηλὸς τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Ὁ πηλὸς λοιπὸν ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος μὲ τὸ σάλιο του ἦταν παράβαση τοῦ Νόμου. Ἐπιπλέον, οἱ Φαρισαῖοι ἀντέδρασαν λόγῳ τοῦ ὅτι θεωροῦσαν τὸν Χριστὸ ἕνα ἁπλὸ καὶ συνεπῶς ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βέβαια δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τέτοια θαύματα. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐνέργεια ὅμως, δηλαδὴ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀσθενοῦς μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ἦταν ἐνδεικτικὴ θεϊκῆς ἰδιότητας καὶ γι᾽ αὐτὸ οἱ Φαρισαῖοι ἀντιδροῦσαν τόσο πολύ. Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελαν νὰ πιστεύσουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Μεσσίας, ἐξοῦ καὶ ἡ ἀπόφασή τους νὰ διώκουν ὅσους τὸν ἀποδέχονταν ὡς τέτοιο: «ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται».
Τελικὰ ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ ἦταν διπλή. Δηλαδὴ ὁ πρώην τυφλὸς ἄνθρωπος ὄχι μόνο ἀξιώθηκε νὰ δεῖ μὲ τοὺς σωματικούς του ὀφθαλμούς, ἀλλὰ παράλληλα κατανοεῖ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογῶντας καὶ κηρύσσοντάς τον ἐνώπιον τῶν Φαρισαίων ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ. Ὁ πρώην τυφλὸς ἄρχισε νὰ βλέπει ὀρθὰ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται νέες ἀλήθειες ζωῆς, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱ κατ᾽ ἐξοχὴν γνῶστες τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ οἱ Φαρισαῖοι, ἔμεναν πνευματικὰ τυφλοὶ καὶ ἀρνοῦνταν πεισματικὰ νὰ δοῦν κάτι πέρα ἀπὸ ὅσα πίστευαν. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ καὶ ἔχει διαχρονικὴ ἀξία. Κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ κατανοήσει τὴν πνευματική του τυφλότητα καὶ προσέλθει μὲ ἀληθινὴ πίστη στὸν ζωοδότη Χριστό, λαμβάνει τὴν ἴαση, τόσο τοῦ σώματος, ὅσο καὶ τῆς ψυχῆς του. Συνεπῶς, τὸ σημαντικὸ στὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ εἶναι ἡ πίστη του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ τὸν ὁδηγεῖ στὸ νὰ ἀποδεχθεῖ ὑπάκουα καὶ χωρὶς ἀντιδράσεις καὶ ἐγωισμοὺς τὴν προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ πάει καὶ νὰ πλύνει τὸν πηλὸ ποὺ τοῦ ἔβαλε στὰ μάτια.
Ἀργότερα δέ, ὅταν ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς ἐπανέκτησε τὸ φῶς του, ὑπερασπίστηκε τὸν εὐεργέτη του ἐνώπιον τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, ἡ δὲ πίστη του ἑδραιώθηκε ἀκόμα πιὸ πολύ, πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὁμολογία του πρὸς τοὺς Φαρισαίους: «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν». Ὁμολογεῖ δηλαδὴ τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου καὶ ταυτόχρονα καλεῖ καὶ ἐμᾶς νὰ μιμηθοῦμε τὴ στάση, τὴν πίστη καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν εὐεργέτη του.

ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

H Αγνή Αγάπη…


Ήταν πρωί, περίπου 8:30, όταν ένας ηλικιωμένος περίπου 80 χρονών, με ράμματα στον αντίχειρά του, έφτασε στο νοσοκομείο. Είπε ότι ήταν βιαστικός, και ότι είχε ένα άλλο ραντεβού στις 9:00.
Η νοσοκόμα που τον ανέλαβε τον έβαλε να καθίσει κάπου, γνωρίζοντας ότι θα έπαιρνε πάνω από μια ώρα για να τον δει κάποιος γιατρός. Τον είδε να κοιτάει επίμονα το ρολόι του και επειδή δεν ήταν και πολύ απασχολημένη αποφάσισε να δει τη πληγή του.
Αφού το εξέτασε προσεκτικά, είδε ότι η πληγή στον αντίχειρα είχε επουλωθεί και έτσ
ι μίλησε με τους γιατρούς για να αφαιρέσουν τα ράμματα. Ενώ του φρόντιζε τα ράμματα, τον ρώτησε αν είχε άλλο ραντεβού με γιατρό σήμερα. Ο ηλικιωμένος είπε πως δεν είχε ραντεβού με γιατρό αλλά έπρεπε να πάει στο γηροκομείο για να φάει πρωινό με τη σύζυγό του. Η νοσοκόμα τον ρώτησε πως πήγαινε από θέμα υγείας η σύζυγός του… Ο ηλικιωμένος απάντησε ότι η γυναίκα του ήταν θύμα της νόσου Alzheimer. Της είπε ακόμα ότι η γυναίκα του δεν ήξερε ποιος ήταν και ότι δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει τα τελευταία 5 χρόνια. Η νοσοκόμα έμεινε έκπληκτη, και τον ρώτησε:
«Και γιατί συνεχίζεις και πας κάθε πρωί, αφού δεν ξέρει ποιος είσαι;» Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε, χάιδεψε το χέρι της νοσοκόμας και είπε:
«Δεν με γνωρίζει, αλλά εγώ εξακολουθώ να ξέρω ποια είναι.
Αγνή Αγάπη…

Ένα συγκλονιστικό κείμενο για τους ηλικιωμένους γονείς μας



Οι γονείς για όλους μας είναι οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή μας .Γιατί μας έφεραν στη ζωή και με υπομονή κι αγάπη μας έμαθαν τη ζωή.

Όταν όμως τα χρόνια περάσουν και κάποτε η ηλικία βαρύνει στους ώμους τους, είναι φορές που αντιμετωπίζονται ως βάρος από τα παιδιά τους. Τα παρακάτω λόγια ελπίζουμε να ευαισθητοποιήσουν ακόμη περισσότερο όσους έχουν ηλικιωμένους γονείς …χρειάζεται υπομονή.

Εάν μια μέρα με δεις “γέρο”, εάν λερώνομαι όταν τρώω και δεν μπορώ να ντυθώ, έχε υπομονή.

Θυμήσου πόσο καιρό μου πήρε για να σου τα μάθω… αυτά όταν εσύ ήσουν μικρός.

Εάν όταν μιλάω μαζί σου επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα, μην με διακόπτεις, άκουσε με.

Όταν ήσουν μικρός κάθε μέρα σου διάβαζα το ίδιο παραμύθι μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.

Όταν δεν θέλω να πλυθώ μην με μαλώνεις και μην με κάνεις να αισθάνομαι ντροπή…

Θυμήσου όταν έτρεχα από πίσω σου και έβρισκες δικαιολογίες όταν δεν ήθελες να πλυθείς.

Όταν βλέπεις την άγνοιά μου στις νέες τεχνολογίες, δώσε μου χρόνο και μη με κοιτάς ειρωνικά, εγώ είχα όλη την υπομονή να σου μάθω το αλφάβητο.

Όταν κάποιες φόρες δεν μπορώ να θυμηθώ ή χάνω τον συνειρμό των λέξεων,
δώσε μου χρόνο για να θυμηθώ και εάν δεν τα καταφέρνω μην θυμώνεις…

Το πιο σπουδαίο πράγμα δεν είναι εκείνο που λέω, αλλά η ανάγκη που έχω να είμαι μαζί σου και κοντά σου και να με ακούς.

Όταν τα πόδια μου είναι κουρασμένα και δεν μου επιτρέπουν να βαδίσω μη μου συμπεριφέρεσαι σαν να ήμουν ένα “βάρος”,

έλα κοντά μου με τα δυνατά σου μπράτσα, όπως έκανα εγώ όταν ήσουν μικρός και έκανες τα πρώτα σου βήματα.

Όταν λέω πως θα ήθελα να “πεθάνω”… μη θυμώνεις, μια μέρα θα καταλάβεις τι είναι αυτό που με σπρώχνει να το πω.

Προσπάθησε να καταλάβεις πως στην ηλικία μου δεν ζεις, επιβιώνεις.

Μια μέρα θα ανακαλύψεις ότι παρόλα τα λάθη μου πάντοτε ήθελα το καλύτερο για σένα, για να σου ανοίξω το δρόμο.

Βοήθησέ με να περπατήσω, βοήθησέ με να τελειώσω τις ημέρες μου με αγάπη και υπομονή.

Σε αγαπώ παιδί μου…»

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Μαΐου 2017 (Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος)

Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Δ´ 5 - 42
5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν. ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Δ´ 5 - 42
5 Ερχεται, λοιπόν, εις πόλιν της Σαμαρείας, η οποία ελέγετο Συχάρ, πλησίον στο μέρος που είχε δώσει ο Ιακώβ στον υιόν του τον Ιωσήφ. 6 Υπήρχε δε εκεί το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, κουρασμένος καθώς ήτο από την οδοιπορίαν, εκάθισε με απλότητα κοντά στο πηγάδι. Η ώρα δε ήτο εξ από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή δώδεκα μεσημέρι. 7 Την ώραν εκείνην έρχεται μία γυναίκα από την Σαμάρειαν, να βγάλη νερό. Της είπε ο Ιησούς· “δος μου να πιώ”. 8 Διότι οι μαθηταί του, που θα εφρόντιζαν να βγάλουν νερό από το πηγάδι, είχαν υπάγει εις την πόλιν, δια να αγοράσουν τροφάς. 9 Λεγει τότε εις αυτόν η Σαμαρείτις· “πως συ, που είσαι Ιουδαίος, ζητείς νερό να πιής από εμέ, η οποία είμαι Σαμαρείτισσα;” Είπε δε αυτό, διότι οι Ιουδαίοι εμισούσαν και απεστρέφοντο τους Σαμαρείτας και δεν ήθελαν να έχουν καμμίαν επικοινωνίαν και σχέσιν με αυτούς. 10 Απήντησεν ο Ιησούς και της είπε· “εάν εγνώριζες την δωρεάν, την οποίαν ο Θεός δίδει στους ανθρώπους, και ποιός είναι αυτός που σου λέγει, δος μου να πιώ, συ θα εζητούσες από αυτόν και θα σου έδιδε πηγαίο νερό, που δεν στειρεύει ποτέ (τας ανεκτιμήτους δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, που καθαρίζουν, δροσίζουν και ζωογονούν την ψυχήν και την κάμνουν να ανθίζη και να καρποφορή τον πλούτον των αρετών και των καλών έργων, τους πολυτίμους και ευαρέστους στον Θεόν πνευματικούς καρπούς)”. 11 Λεγει εις αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, ούτε δοχείον έχεις, δια να βγάλης νερό, και το πηγάδι είναι βαθύ. Από που λοιπόν έχεις, και μάλιστα την ώρα αυτήν, το δροσερό νερό; 12 Μηπως συ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, ο οποίος έδωκε το πηγάδι εις ημάς, και από το νερό του οποίου έπιε και αυτός και τα παιδιά του και όλα τα ζώα που έβοσκε;” 13 Απήντησεν ο Ιησούς και της είπε· “καθένας, που πίνει από το νερό αυτό, θα διψάση πάλιν. 14 Εκείνος όμως που θα πιή από το νερό, το οποίον εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάση ποτέ, αλλά το νερό, που εγώ θα του δώσω, θα μεταβληθή μέσα του εις αστείρευτον πηγήν πνευματικού ύδατος, που θα αναβλύζη πάντοτε και θα του χαρίζη αιωνίαν ζωήν”. 15 Λεγει προς αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, δος μου αυτό το νερό, για να μη διψώ και να μη έρχωμαι εδώ, να βγάζω νερό”. 16 Τοτε είπε προς αυτήν ο Ιησούς· “πήγαινε, φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ μαζή με αυτόν”. 17 Απεκρίθη η γυναίκα και είπε· “δεν έχω άνδρα”. Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “καλά είπες ότι, δεν έχω άνδρα. 18 Διότι πέντε συζύγους τον ένα κατόπιν του άλλου επήρες και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι νόμιμος σύζυγός σου· τούτο που είπες αληθινό είναι”. 19 Λεγει εις αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, από όσα μου εφανέρωσες, βλέπω ότι συ είσαι προφήτης. Θα επωφεληθώ από αυτήν την ευκαιρίαν να σε ρωτήσω δι' ένα πολύ σοβαρόν θρησκευτικόν ζήτημα. 20 Οι πατέρες μας ελάτρευσαν τον Θεόν στούτο εδώ το όρος, το Γαριζίν. Σεις όμως οι Ιουδαίοι λέγετε ότι εις τα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να λατρεύωμεν τον Θεόν”. 21 Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “πίστευσέ με, γυναίκα, ότι έρχεται πολύ σύντομα καιρός, που ούτε στο όρος τούτο ούτε εις τα Ιεροσόλυμα μόνον θα λατρεύσετε τον ουράνιον Πατέρα. 22 Σεις οι Σαμαρείται, που έχετε απορρίψει τα περισσότερα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, προσκυνείτε εκείνο, το οποίον πολύ ολίγον γνωρίζετε. Ημείς οι Ιουδαίοι προσκυνούμεν εκείνο που περισσότερον από σας και από τους άλλους λαούς γνωρίζομεν. Διότι ο Μεσσίας, ο οποίος θα δώση την σωτηρίαν εις όλους τους λαούς, προέρχεται από τους Ιουδαίου. 23 Αλλά έρχεται πλέον ώρα, και μάλιστα τώρα ήλθε, οπότε οι γνήσιοι και πραγματικοί προσκυνηταί θα τιμήσουν και θα λατρεύσουν τον ουράνιον Πατέρα με το φωτισμένον και καθαρόν πλέον πνεύμα των και με λατρείαν όχι τυπικήν και συμβολικήν, αλλά αληθινήν και σαφή. Διότι και ο Πατήρ ζητεί τέτοιοι να είναι, φωτισμένοι τον νουν και καθαροί κατά την καρδίαν, αυτοί που θα τον λατρεύουν. 24 Ο Θεός είναι Πνεύμα, πανυπερτέλειον και πανταχού παρόν και δεν κατοικεί εις ωρισμένους μόνον τόπους. Και εκείνοι, οι οποίοι τον λατρεύουν πρέπει να τον προσκυνούν με όλην των την ψυχήν, με αφωσιωμένην την καρδίαν και την διάνοιάν των εις αυτόν, με φωτισμένην και αληθινήν γνώσιν περί αυτού και της λατρείας, που του ταιριάζει”. 25 Λεγει προς αυτόν η γυναίκα· “γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας, που ελληνικά λέγεται Χριστός. Οταν έλθη εκείνος, θα μας τα αναγγείλη όλα”. 26 Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “εγώ είμαι ο Χριστός, ο οποίος αυτήν την στιγμήν σου ομιλώ”. 27 Και αυτήν ακριβώς την ώρα ήλθαν οι μαθηταί του και ηπόρησαν, διότι ο διδάσκαλός των συνωμιλούσε με γυναίκα εις δημόσιον τόπον (πράγμα το οποίον απηγόρευαν οι ραββίνοι των Ιουδαίων). Αλλά κανείς δεν είπε· τι ζητείς από αυτήν η δια ποίον θέμα συζητείς μαζή της. 28 Η δε γυναίκα αφήκε από την μεγάλην της συγκίνησιν την στάμνα της στο πηγάδι και έφυγε δια την πόλιν, όπου και είπεν στους ανθρώπους· 29 “ελάτε να ιδήτε ένα άνθρωπον, ο οποίος μου είπε όλα όσα έχω κάμει. Μηπως αυτός είναι ο Χριστός;” 30 Εβγήκαν, λοιπόν, από την πόλιν οι άνθρωποι και ήρχοντο προς αυτόν. 31 Εν τω μεταξύ οι μαθηταί παρακαλούσαν τον διδάσκαλον και έλεγαν· “ραββί, φάγε”. 32 Αυτός δε απορροφημένος από το υψηλόν πνευματικόν έργον του και αδιάφορος δια το υλικόν φάγητον, τους είπε· “εγώ έχω φάγητον να φάγω, που σεις δεν το ξέρετε”. 33 Ελεγαν τότε μεταξύ των οι μαθηταί· “μήπως του έφερε κανείς να φάγη;” 34 Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς· “ιδικόν μου πολυτιμότατον φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου, ο οποίος με έστειλε και να αποπερατώσω στον τέλειον βαθμόν και με τον τέλειον τρόπον το έργον του, δηλαδή την σωτηρία των ανθρώπων. 35 Δεν λέγετε σεις, ότι τετράμηνος είναι ακόμη και ο θερισμός έρχεται; Εκτός όμως από τον υλικόν θερισμόν, υπάρχει και ο πνευματικός. Ιδού σας λέγω, σηκώσατε τα μάτια σας και κυττάξατε τους Σαμαρείτας, που έρχονται, και τας άλλας χώρας και θα ιδήτε ότι είναι έτοιμοι πλέον δια τον θερισμόν, όπως, όταν από πράσινα σιτηρά ωριμάσουν και φαίνωνται λευκά τα στάχυα, είναι έτοιμα προς θερισμόν. 36 Και εκείνος, που θερίζει στον πνευματικόν αυτόν αγρόν, παίρνει τον μισθόν του και χαίρει, διότι προσκαλεί και συγκεντρώνει τους ανθρώπους δια την αιώνιον ζωήν. Ετσι και εις την πνευματικήν καλλιέργειαν και εκείνος που σπείρει, δηλαδή εγώ, χαίρει, όπως επίσης χαίρετε και σεις που θα θερίσετε. 37 Και εις την περίστασιν αυτήν εφαρμόζεται η αληθινή παροιμία, που λέγει ότι άλλος έχει σπείρει και άλλος θερίζει. Εγώ έσπειρα, σεις και οι διάδοχοί σας θα θερίσετε. 38 Εγώ σας έστειλα δια να θερίσετε εκείνο, δια το οποίον σεις δεν έχετε κοπιάσει. Αλλοι, εγώ και οι προ εμού προφήται, εκοπίασαν, και σεις έχετε εισέλθει στους κόπους των, δια να θερίσετε. 39 Από δε την πόλιν εκείνην πολλοί Σαμαρείται επίστευσαν εις αυτόν από τα λόγια της γυναικός εκείνης, που επεβεβαίωνε ότι μου είπε όλα όσα έκανα. 40 Οταν, λοιπόν, ήλθον εις αυτόν οι Σαμαρείται, τον παρακαλούσαν να μείνη μαζή τους· και έμεινε εκεί δύο ημέρας. 41 Και από την διδασκαλίαν, που τους έκαμε, επίστευσαν πολύ περισσότεροι εις αυτόν. 42 Και εις την γυναίκα έλεγαν ότι “στον Ιησούν δεν πιστεύομεν πλέον από όσα συ μας είπες περί αυτού, αλλά διότι ημείς, οι ίδιοι τον έχομεν ακούσει και γνωρίζομεν καλά ότι πράγματι αυτός είναι ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός”. 

Το Ιερό Κήρυγμα


Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος
(Ἰω. δ΄ 5-42)

Μελετώντας ἢ ἀκούγοντας τὴ διήγηση τοῦ Εὑαγγελιστοῦ Ἰωάννου γιὰ τὴ συνάντηση τῆς Σαμαρείτιδος μὲ τὸν Χριστό, καὶ βλέποντας τὴ μετἀστροφή της, δηλαδὴ τὸν φωτισμὸ τῆς ὑπάρξεώς της, μᾶς διαφεύγει πάντα ἕνα ἐξ ἴσου σημαντικὸ γεγονός. Ποιὸ εἶναι αὐτό; Μὰ τὸ γεγονὸς πὼς ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτήν, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ τῆς Σαμάρειας πίστευσαν στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Νά, ἀκριβῶς πὼς τὸ περιγράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. Ἐτούτοι οἱ κάτοικοι ἔλεγαν πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα. «Δὲν πιστεύουμε πλέον διὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπες ἐσύ· διότι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε ἀκούσει αὐτὸν καὶ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτήρας ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁ ἀναμενόμενος Μεσίας ὁ Χριστός».
Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ συνεπῶς ἀποτελεῖ τὴν καλὴ καὶ σωτήρια σαγήνη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Αὐτή «συλλαμβάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θὰ θελήσει νὰ εἶναι μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸν ἀναγεννᾶ. Φωτίζει τὸν κόσμο τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου Του· γεμίζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ χαρίζει σ᾿ αὐτὸν πλούσια τὰ πνευματικὰ δῶρα Του».
Γιατὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καταγράφεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὁ καθαρὸς καὶ γνήσιος σπόρος. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια, ἡ θεϊκὴ ἀλήθεια. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποία διαφυλάσσει μὲ ἱερὸ δέος καὶ τὴν κηρύττει μὲ θέρμη καὶ ἀκλόνητη πίστη στὸν ἀγαπημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ λαὸς δὲ ἀποτελεῖ τὸ γεώργιο καὶ τὴ φυτεία, δηλαδὴ τὸν ἀγρὸ καὶ τὸ περιβόλι ποὺ θὰ φυτευθεῖ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δέχεται τὸν λόγο Του, φυτεύει μέσα του «τὸ θεῖο σπόρο, πίνει τὸ νερὸ τοῦ οὐρανοῦ, ἀναπνέει τὸν ἀέρα τοῦ Θείου Πνεύματος, θάλπεται καὶ ζωογονεῖται κάτω ἀπὸ τὸν ἤλιο τῆς ζωῆς».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του τονίζει πὼς «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικὸς καὶ κοπτερώτερος ἀπὸ κάθε δίκοπο μαχαίρι...». Αὐτὸς δὲ ὁ λόγος ἔχει τὴ δική του δύναμη ἐνεργώντας πάντα ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιστρέφει ἄπρακτος πρὸς τὸ Θεὸ κατὰ τὸν προφήτη. «Οὐ μὴ ἀποστραφῇ ἕως ἂν τελεσθῇ ὅσα ἠθέλησα... Τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα...».
Ἐτούτη βεβαίως ἡ δυναμικὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀποτελεῖ «τὴ ζωτικὴ ἀρχὴ ποὺ διαμορφώνει καὶ διέπει τὰ ὀργανικὰ ὄντα». Μήτε κἂν δύναμη ἢ ἐνέργεια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ γεγονὸς ἔξω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐπειδὴ εἶναι δύναμη πνευματική. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο, τὰ ἀποτελέσματά της «δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ συνδομὴ φυσικῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν».
Μ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνήργησε καὶ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Συχάρ. Ὡς μία δύναμη ἢ μάλλον τὴ δύναμη, ποὺ ἀφυπνίζει πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς παρέχει μιὰ καινούργια καὶ πρωτόγνωρη προοπτικὴ. Τὴν προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ ἔτρεξαν, ἄκουσαν καὶ πίστευσαν στὸ Χριστό. Οἱ ἄλλοι κώφευσαν, Τὸν ἀγνόησαν καὶ ἔμειναν ἐγκλωβισμένοι στὰ σχήματα τοῦ κόσμου καὶ στὰ εἴδωλα τῆς καθημερινότητας.
Ὁ σημερινὸς κόσμος μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ· τὸν διαβάζουμε ἴσως. Εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ πιστεύσουμε ἀκλόνητα σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε; Γιατὶ σ᾿ αὐτὴ τῆν περίπτωση, θ᾿ ἀκούγεται ξεκάθαρος ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ παρακούει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγια μου, ἔχει μόνος του δημιουργήσει αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν καταδικάση».

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Μαΐου 2017 (Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ε´ 1 - 15
1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ε´ 1 - 15
1 Επειτα από αυτά ήλθεν η εορτή των Ιουδαίων και ανέβη ο Ιησούς εις τα Ιεροσόλυμα. 2 Εκεί δε εις τα Ιεροσόλυμα, κοντά εις την προβατικήν πύλην του τείχους, υπήρχε μία δεξαμενή νερού, η οποία εις την Εβραϊκήν γλώσσαν είχε το όνομα Βηθεσθά. Γυρω από αυτήν ήσαν και πέντε υπόστεγα. 3 Εις αυτά τα υπόστεγα ευρίσκετο πολύ πλήθος από αρρώστους, τυφλοί, χωλοί, άνθρωποι με ακίνητο και σαν ξερό κάποιο μέλος του σώματός των και οι οποίοι όλοι επερίμεναν να κινηθή το νερό. 4 Διότι κατά καιρούς κατέβαινε άγγελος εις αυτήν την κολυβήθρα και ανεταράσσετο το νερό. 
Ο πρώτος, λοιπόν, που θα έμπαινε μετά την ταραχήν του νερού, εθεραπεύετο, από οποιοδήποτε νόσημα και αν κατείχετο. 5 Υπήρχε δε εκεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ήτο ασθενής τριάντα οκτώ χρόνια. 6 Οταν τον είδε ο Ιησούς να κατάκειται, και σαν Θεός που ήτο εγνώρισε ότι πολύν καιρόν είναι άρρωστος, του λέγει· “θέλεις να γίνης υγιής;” 7 Απεκρίθη ο ασθενής· “θέλω, Κυριε, αλλά δεν έχω άνθρωπον, ώστε όταν ταραχθή το νερό νε με ρίψη εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε εγώ σύρομαι προς αυτήν, άλλος πριν από μένα κατεβαίνει εις την κολυμβήθραν”. 8 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “σήκω επάνω, πάρε το κραββάτι σου και περιπάτει”. 9 Και αμέσως έγινε υγιής ο άνθρωπος, επήρε το κρεββάτι του και ήρχισε να περιπατή, όπως όλοι οι υγιείς.
Ητο δε Σαββατον κατά την ημέραν εκείνην. 10 Ελεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον θεραπευθέντα· “σήμερα είναι Σαββατον. Και δεν σου επιτρέπεται να σηκώνης το κρεββάτι σου”. 11 Απήντησε εις αυτούς· “εκείνος, που με θαύμα μου έδωσε την υγείαν μου, μου είπε· Παρε το κρεββάτι σου, και περιπάτει”. 12 Ηρώτησαν, λοιπόν, αυτόν· “ποίος είναι ο άνθρωπος, που σου είπε· “πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;” 13 Ο θεραπευθείς όμως δεν εγνώριζε ποιός είναι, διότι ο Ιησούς είχε απομακρυνθή μέσα στον όχλον, που ευρίσκετο στον τόπον εκείνον. 14 Επειτα από αυτά τον ευρήκε ο Ιησούς εις την αυλήν του ναού και του είπε· “πρόσεξε· έγινες υγιής· μην αμαρτάνης πλέον, δια να μη σου συμβή κάτι το χειρότερον”. 15 Εφυγε τότε ο άνθρωπος από τον ναόν, επήγε στους Ιουδαίους και τους ανήγγειλε, ότι αυτός που τον έκαμε υγιή είναι ο Ιησούς. (Θα έπρεπε από λόγους και μόνον ευγνωμοσύνης να είχε κινηθή ο τέως παράλυτος, δια να γνωστοποιήση στους Ιουδαίους, ότι ο Ιησούς του είχε δώσει την υγείαν ). 

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΕ, ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ!
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»
   Ἦταν πράγματι ἀξιολύπητος ὁ παράλυ­τος τῆς κολυμβήθρας Βηθεσδᾶ, μιᾶς μι­κρῆς λίμνης ὅπου πλῆθος ἀσθενῶν προσδοκοῦσαν τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τους. Κατὰ διαστήματα ἄγγελος ἀνατάραζε τὰ νερὰ τῆς λιμνούλας καὶ ὁ πρῶτος ἄρρωστος ποὺ ἔπεφτε μέσα της ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναταραχὴ τῶν νερῶν, γινόταν καλά, ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀρρώστια κι ἂν ­ἔπασχε. Καὶ αὐτὸς δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν βοηθήσει. Δὲν ἦταν μόνο ἡ βαριὰ ἀσθένεια ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ­ὑποφέρει 38 ὁλόκληρα χρόνια, ἀλλὰ κυρίως ἡ μοναξιά. Ἡ ἐγκατάλειψή του ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Κύριος, μὲ πόνο ψυχῆς ἐξέθεσε τὸ δράμα του: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», Τοῦ εἶπε. Δὲν ἔχω κάποιον ἄνθρωπο γιὰ νὰ μὲ βοηθήσει.

   Αὐτὸ τὸ παράπονο τοῦ παραλύτου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ σήμερα πρῶτον νὰ παρουσιάσουμε τὸ πρόβλημα τῆς μοναξιᾶς, καὶ δεύτερον νὰ ἀνακαλύψουμε τρόπους γιὰ τὴν ὑπέρβασή του.
1. ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΓΑΠΗΣ
   Ὁ παράλυτος λέει ὅτι δὲν ἔχει ἄνθρωπο, ἐνῶ βρισκόταν κατάκοιτος ἀνάμεσα σὲ «πλῆθος πολὺ ἀσθενούντων» καὶ μάλιστα σὲ μιὰ δημόσια εἴσοδο τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων. Γιατί; Διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γύρω του δὲν προθυμοποιήθηκε νὰ μείνει κάποιο διάστημα μαζί του γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει. Ἀδιάφοροι καὶ ἀσυγ­κίνητοι τὸν ἀντίκριζαν οἱ περαστικοί, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς ἐνδιαφέρονταν μόνο γιὰ τὸ ἄτομό τους καὶ κανεὶς δὲν τοῦ παραχωροῦσε τὴ θέση του, κι ἂς τὸν ἔβλεπαν καθηλωμένο τόσα χρόνια. 
   Δυστυχῶς ὅμως κάτι παρόμοιο συμβαί­­νει καὶ σήμερα. Ὑπάρχουν ­ἄνθρω­ποι ποὺ ἂν καὶ διαμένουν σὲ πολυκα­τοικία, ζοῦν σὰν σὲ ἀπομόνωση καὶ πεθαίνουν χωρὶς καν­εὶς νὰ τὸ πάρει εἴδηση. Ὑπάρχουν ἀ­­­σθε­νεῖς στὰ νοσοκομεῖα τοὺς ὁποίους ­κα­νεὶς δὲν ἐπισκέπτεται, κι ἂς πηγαινοέρ­χον­ται γύρω τους καθημερινὰ ἑκατοντάδες ­ἄν­­θρωποι... Ὑπάρχουν ­ἀκόμη γέροντες ἀνή­μποροι, παιδιὰ ἐγκαταλειμμένα, μητέρες ­ἀβοή­θητες... Ὅλοι ἐπαναλαμβάνουν μὲ πόνο τὸ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» ὑπογραμ­μίζοντας τὴ διαπίστωση ὅτι ἡ μοναξιὰ ἀποτελεῖ τραγικὸ φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ εἶναι στ’ ἀλήθεια τραγικό, στὴν ἐποχὴ μὲ τὰ τελειότερα μέσα ἐπικοινωνίας, νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴ μοναξιά. Καὶ τελικὰ ἡ μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἐγκατάλειψη ἀλλὰ ἡ ἀπουσία τῆς ἀγάπης. Ὅταν λείπει ἡ ἀγάπη, τότε μπορεῖ νὰ ζεῖς ἀνάμεσα σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων κι ὅμως νὰ νιώθεις μόνος: νὰ μὴν ἔχεις κάποιον νὰ ἐμπιστευθεῖς, νὰ τοῦ ἀνοίξεις τὴν καρδιά σου, νὰ πεῖς τὸν πόνο σου, τὸ πρόβλημά σου...
2. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
   Τί μποροῦμε ὅμως νὰ κάνουμε γιὰ νὰ ξεπεράσουμε αὐτὴν τὴν τραγικὴ κατάσταση τῆς μοναξιᾶς; Ὑπάρχει διέξοδος; Ναί! 
   Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος συνάντησε τὸν παράλυτο ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει, δίνει θάρρος καὶ ἐλπίδα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ βιώνει τὴ θλίψη τῆς μοναξιᾶς. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς κανέναν δὲν ἀφήνει ἔρημο καὶ ἀβοήθητο. Σ’ ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος παρουσιάζει τὸν Κύριο νὰ ἀπαντᾶ στὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα ­περιβέβλη­μαι, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;». Εἶναι σὰν νὰ μιλᾶ ὁ Κύριος καὶ στὸν καθένα ἀ­­­­­­­πὸ μᾶς: «Γιὰ σένα ἔγινα ἄνθρωπος, γιὰ ­σέ­να πῆρα τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ σὺ ­πα­ραπονεῖσαι ὅτι δὲν ἔχεις ἄνθρωπο;...» Πό­­­­σο εὔκολα ὅμως ξεχνᾶμε αὐτὴ τὴ σπουδαία ἀλήθεια καὶ βυθιζόμαστε στὴν ἀπελπισία! ­Παρα­πονούμαστε ὅτι δὲν ἔχουμε καν­ένα νὰ ­ἐν­­­διαφερθεῖ γιὰ μᾶς, ἐνῶ ἔχου­με δίπλα μας ὄχι ἁπλῶς ἕναν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν παντοδύναμο Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ δική μας σωτηρία. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο, πρὸς ἐσένα, πρὸς ἐμένα, πρὸς ὅλους μας! 
   Καὶ δὲν εἶναι μόνο ἀοράτως κοντά μας ὁ Κύριος, ἀλλὰ στέλνει καὶ ἀνθρώπους δικούς του γιὰ νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ στηρίζουν ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Πόσοι πιστοὶ χριστιανοὶ ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴ θεϊκὴ Ἀγάπη ἀναλίσκονται σὲ ἔργα διακονίας καὶ προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο...! Ἄλλοι ξενυχτοῦν κοντὰ σὲ ἀσθενεῖς ποὺ εἶναι μόνοι, ἄλλοι φροντίζουν ἀστέγους, ἄλλοι συμπαρίστανται σὲ ἀναπήρους, ἄλλοι... Εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγράψουμε ἔστω καὶ ἕνα μικρὸ μέρος ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης ποὺ ἐμπνέει ἡ τέλεια Ἀγάπη, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός!
   «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»... Ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ ἂς γίνει ἀφορμὴ νὰ ξυπνήσουμε καὶ μὲ ζῆ­λο νὰ ἐπιδοθοῦμε στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ὥστε κανεὶς συνάνθρωπός μας νὰ μὴ νιώθει ­πλέον μόνος σ’ αὐτὸν τὸν ἀπάνθρωπο κόσμο μας.

ΠΗΓΗ