Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 25 Ιουνίου 2017 (Κυριακὴ Γ' Ματθαίου)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 22 - 33
22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 22 - 33
22 Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το σώμα, είναι το μάτι (λύχνος δε που φωτίζει την ψυχήν είναι ο νους, το λογικόν που σας έχει δώσει ο Θεός). Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλον το σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινόν (έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο νους και η καρδία σου δεν έχουν τυφλωθή από την προσκόλλησιν στους επιγείους θησαυρούς). 23 Εάν όμως το μάτι σου είναι κατεστραμμένον και ανίκανον να ίδη το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωκεν ο Θεός (ο νους δηλαδή και η συνείδησις, εξ αιτίας της προσκολλήσεως εις τα υλικά αγαθά), είναι σκοτάδι, τότε το ηθικόν σκοτάδι της ψυχής σου πόσον πυκνόν και αδιαπέραστον θα είναι; 24 Κανείς δεν ημπορεί να υπηρετή συγχρόνως δύο κυρίους· διότι η θα μισήση τον ένα και θα αγαπήση τον άλλον η θα προσκολληθή στον ένα και θα καταφρονήση τον άλλο. Και σεις δεν είναι δυνατόν να υπηρετήτε τον Θεόν και τον πλούτον· η θα αγαπήσετε τον Θεόν και θα περιφρονήσετε τους επιγείους θησαυρούς η θα υποδουλωθήτε εις αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεόν. 25 Δια τούτο ακριβώς και σας λέγω, μη φροντίζετε με στενοχωρίαν και αγωνίαν δια την ζωήν σας, δηλαδή δια το τι θα φάγετε και το τι θα πίετε, ούτε και δια το σώμα σας με τι θα ενδυθήτε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερον από την τροφήν και το σώμα από το ένδυμα; (Ο Θεός, που σας έδωσε το πολυτιμότερον, δεν θα σας δώση και το κατώτερον;) 26 Παρατηρήστε τα πτηνά του ουρανού και ίδετε ότι αυτά ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν τροφάς εις αποθήκας. Και όμως ο Πατήρ σας ο ουράνιος τα τρέφει. Σεις δεν έχετε ασυγκρίτως μεγαλυτέραν αξίαν από αυτά; 27 Ποιός δε από σας, όσας πολλάς και μεγάλας φροντίδας και αν καταβάλη, ημπορεί να προσθέση στο ανάστημά του ένα πήχυν; 28 Και περί του ενδύματος διατί φροντίζετε με τόσην ανησυχίαν και αγωνίαν; Παρατηρήστε με προσοχήν τα άνθη του αγρού, πως φυτρώνουν και πως αυξάνουν. Ούτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν. 29 Και όμως σας λέγω τούτο, ούτε και αυτός ο Σολομών με όλην του την βασιλικήν μεγαλοπρέπειαν και δόξαν δεν εφόρεσε ποτέ ένα τόσον περίλαμπρον ένδυμα ωσαν αυτό, με το οποίον περιβάλλεται ένα από τα ταπεινά αυτά άνθη. 30 Εάν δε ο Θεός ενδύη με τόσην λαμπρότητα τα χορτάρια του αγρού, που σήμερα υπάρχουν και αύριον ρίπτονται στον φούρνον, δεν θα ενδύση πολύ περισσότερον σας, ολιγόπιστοι; 31 Λοιπόν μη κυριευθήτε ποτέ από την ανήσυχον μέριμναν και μη λέγετε συνεχώς, τι θα φάγωμεν η τι θα πίωμεν η τι θα ενδυθώμεν; 32 Διότι οι ειδωλολάτραι (που δεν γνωρίζουν τα αιώνια αγαθά και την στοργικήν πρόνοιαν του Θεού), επιζητούν αποκλεστικά και μόνον αυτά τα φθαρτά αγαθά. Σεις όμως μην κυριεύεσθε από τέτοιες μέριμνες, διότι ο Πατήρ σας ο ουράνιος γνωρίζει ότι έχετε ανάγκην από όλα αυτά, και σαν πανάγαθος, που είναι, θα σας τα δώση. 33 Ζητείτε δε κατά πρώτον και κύριον λόγον την βασιλείαν του Θεού και την αρετήν που θέλει από σας ο Θεός, και όλα αυτά τα επίγεια αγαθά θα σας δοθούν μαζή με τα ανεκτίμητα αγαθά της βασιλείας των ουρανών.

Το Ιερό Κήρυγμα



Η πρόνοια του Θεού και το άγχος της ζωής

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ένα απόσπασμα από την επί του Όρους Ομιλία του Ιησού Χριστού. Κεντρική θέση στην ομιλία αυτή κατέχει η Βασιλεία του Θεού. Ουσιαστικά αποτελεί μια παράθεση πρακτικών συμβουλών του Ιησού Χριστού για το πώς οι Χριστιανοί οφείλουν να συμπεριφέρονται μέσα στον κόσμο αυτό. Σε τελική ανάλυση η αξία του κόσμου αυτού, των υλικών αγαθών και της βιοτικής μέριμνας ορίζεται από την προοπτική της Βασιλείας του Θεού.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα, λοιπόν, της ημέρας χωρίζεται σε τρεις επί μέρους ενότητες: 1. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το «λύχνο» του σώματος, που είναι το μάτι, 2. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το ότι δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί ταυτόχρονα δύο κυρίους (Θεός – μαμωνάς) και 3. προτροπές του Ιησού Χριστού ώστε να αποφεύγεται η βιοτική μέριμνα και το άγχος για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου. Κεντρικό μήνυμα του αναγνώσματος είναι η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός

Ο Ιησούς Χριστός με έναν παραβολικό λόγο τονίζει την αξία που έχει το μάτι για όλο το σώμα. Το μάτι παρομοιάζεται με το λυχνάρι του σώματος. Είναι το μέσο με το οποίο φωτίζεται όλο το σώμα και κατεπέκταση ο όλος άνθρωπος. Η όραση είναι ίσως η σπουδαιότερη αίσθηση της ανθρώπινης φύσης. Με την όραση κάθε άνθρωπος θαυμάζει και απολαμβάνει τα μεγαλεία της δημιουργίας του Θεού, τον υλικό κόσμο, το κάλλος της αγάπης του Θεού. Έχει τη δυνατότητα να βλέπει το φως της ημέρας αλλά και τα προσφιλή του πρόσωπα, η θέα των οποίων παρηγορεί και ευφραίνει την ψυχή. Έχει τη δυνατότητα της μόρφωσης, της εργασίας, της κοινωνικής ανέλιξης. Η έλλειψη της όρασης δυσχεραίνει τη ζωή των ανθρώπων, αφού τους στερεί τις χαρές αυτές και πολλές ακόμα άλλες. Την αξία της όρασης εμείς οι υγιείς άνθρωποι δεν μπορούμε πολλές φορές να την αντιληφθούμε πλήρως. Ένας τυφλός όμως άνθρωπος μπορεί να μαρτυρήσει για την αξία της όρασης και την οδυνηρή αίσθηση της απώλειάς της. Άλλωστε την αξία της όρασης την διαπιστώνουμε και από τα πολλά θαύματα του Ιησού Χριστού σε τυφλούς ανθρώπους. Στο σημείο αυτό είναι πρόδηλη η παραβολική χρήση της αισθητής όρασης και η μεταφορά του λόγου του Ιησού Χριστού από την αισθητή στην εσωτερική όραση, στην όραση του νου και της ψυχής.

Η καλή ή κακή ποιότητα της όρασης είναι καθοριστική για την ποιότητα του φωτός, το οποίο μεταφέρει και εκπέμπει. Γι΄ αυτό ο Ιησούς Χριστός χρησιμοποιεί δύο αντίθετους όρους: «απλούς» και «πονηρός», χαρακτηρίζοντας έτσι το καλό και το κακό μάτι. Με τον όρο «απλούς» γενικά μέσα στην Αγία Γραφή προσδιορίζεται ο αφοσιωμένος και υπάκουος στο Θεό άνθρωπος. Αντίθετα με τον όρο «πονηρός» προσδιορίζεται ο εγωιστής άνθρωπος, εκείνος που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και προσπαθεί να επιβάλει το δικό του θέλημα. Ο κατεξοχήν πονηρός είναι ο Εωσφόρος, ο Διάβολος, ο οποίος ακολούθησε το δικό του θέλημα και έτσι έχασε το φως και ξέπεσε στο σκότος. Επομένως εκείνος που επιθυμεί να βρίσκεται στο φως, οφείλει να στρέφει την προσοχή του προς τον Θεό, ο οποίος είναι η πηγή του φωτός.

Επιπλέον τα μάτια είναι οι πρώτοι δέκτες των διαφόρων εικόνων, οι οποίες μεταφέρονται στη συνέχεια στο νου και στην καρδία του ανθρώπου και επηρεάζουν τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο. Αν λοιπόν ο άνθρωπος αφήσει τις σκοτεινές εικόνες να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά του, τότε η ύπαρξή του δε θα εκπέμπει φως, αλλά σκότος. Τα έργα του, οι πράξεις του, οι λόγοι του θα είναι σκοτισμένα. Αντίθετα αν οι εικόνες που εισέρχονται μέσα του είναι εικόνες φωτός, τότε θα εκπέμπει ο ίδιος φως προς τα έξω. Η ύπαρξή του πλέον θα γίνει φωτεινό παράδειγμα για όλους όσους θα συναναστρέφονται μαζί του.

Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν

Το δεύτερο θέμα βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το πρώτο, γιατί όπως δεν μπορεί να συνυπάρξει το φως με το σκότος, κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να είναι στην υπηρεσία δύο κυρίων. Στην περίπτωση που κάποιος επιχειρήσει να υπηρετήσει ταυτόχρονα δύο κυρίους τότε δυο πράγματα μπορεί να συμβούν: ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δούλος του Θεού και δούλος του χρήματος. Ο Ιησούς Χριστός απαιτεί την απόλυτη αφοσίωση του ανθρώπου στον Θεό. Εξάλλου όπως τονίζεται και σε άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, ο Θεός και το χρήμα είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους, γιατί ο Θεός προσφέρει την ελευθερία, ενώ το χρήμα την υποδούλωση: «δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ.19,23).

Η ζωή του ανθρώπου μέσα στον παροδικό αυτό κόσμο κρύβει πολλούς κινδύνους υποδούλωσης, είτε στην κοσμική εξουσία, είτε στο χρήμα και στις υλικές απολαύσεις. Άλλωστε τους πειρασμούς αυτούς τους αντιμετώπισε και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μέσα στην έρημο και απέρριψε τόσο την κοσμική εξουσία και δόξα, όσο και τα υλικά αγαθά. Τυχόν συγκατάθεση και υποδούλωση του ανθρώπου σε αυτές τις καταστάσεις σημαίνει την άρνηση του Θεού και οδηγεί στη δυστυχία και απελπισία.

Η βιοτική μέριμνα

Το τρίτο και ουσιαστικότερο μέρος της περικοπής αναφέρεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη, που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στην πρόνοια του Θεού και να αποφεύγει την αγωνιώδη μέριμνα για τη ζωή. Βέβαια αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι ο άνθρωπος σταματά κάθε προσπάθεια, ώστε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη διαβίωσή του. Ο Ιησούς Χριστός μας καλεί να μην πνιγόμαστε στο άγχος για το τι θα φαμε, ή τι θα πιούμε, ή πώς θα ντυθούμε.

Η ζωή και το σώμα μας είναι σπουδαιότερα από το τι θα φαμε και θα πιούμε και πώς θα ντυθούμε. Αυτό εξάλλου το καταδεικνύει και η ίδια η φύση, αφού κατά τους λόγους του Κυρίου: «τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά» και ακόμα «περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει• ου κοπιά ουδέ νήθει• λέγω δε υμίν ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως έν τούτων». Επιπλέον: «Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» και αφού αυτό είναι αδύνατο, τότε και οι καθημερινές φροντίδες και μέριμνες δεν προσφέρουν τίποτα στον άνθρωπο, παρά μόνο το άγχος το οποίο εκτός από την ψυχολογική κατάπτωση επιφέρει και πολλές σωματικές ασθένειες.

Το άγχος συνιστά ουσιαστικά άρνηση του Θεού και μαρτυρεί έλλειψη πίστης. Ο αγωνιών άνθρωπος κατατρώγεται με την προσπάθεια για απόκτηση περισσοτέρων αγαθών και ξεχνά ή και αρνείται τον Θεό. Δεν καταφεύγει πλέον στην πρόνοια του Θεού και δε ζητά τη βοήθειά του. Στηρίζεται στη δική του δύναμη και στις ικανότητές του. Η διαγραφή του Θεού από τη ζωή μας επιφέρει την ολοκληρωτική υποδούλωση στα πάθη, τις αδυναμίες και στα υλικά πράγματα.

Αντίθετα με την κατάσταση του άγχους η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε είδους εξάρτηση, και του προσφέρει την «εν Χριστώ» ελευθερία. Ασφαλώς αυτό δεν καταργεί τη νόμιμη προσπάθεια του ανθρώπου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα της ζωής του, αλλά την τοποθετεί πάνω στη σωστή βάση της. Το πρώτο ζητούμενο είναι η βασιλεία του Θεού: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».

Η προσευχή των πιστών πρέπει να είναι μια διαρκής εκζήτηση της βασιλείας του Θεού, αυτό άλλωστε ζητούμε και στην Κυριακή Προσευχή: «ελθέτω η βασιλεία Σου» και όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν. Ο Θεός προνοεί για όλα τα δημιουργήματά του και με ιδιαίτερο τρόπο για το τέλειο δημιούργημά του τον άνθρωπο. Η αλήθεια αυτή είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε επίκαιρη, αφού σήμερα το άγχος είναι η κατεξοχήν αιτία των ψυχικών διαταραχών και άλλων ασθενειών των ανθρώπων. Ο σύγχρονος άνθρωπος πνίγεται μέσα στην προσπάθεια και την αγωνία για την απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών και ανέσεων. Βέβαια οι λόγοι του Ιησού Χριστού δεν πρέπει να παρανοηθούν. Δεν μας προτείνει σε καμία περίπτωση την παθητική στάση και αναμονή μια θαυματουργικής επίλυσης του προβλήματος της εξασφάλισης των απαραίτητων πραγμάτων της ζωής. Εξάλλου ακόμα και αυτά τα πουλιά καταβάλλουν τη δική τους προσπάθεια, εξέρχονται προς αναζήτηση της τροφής τους, χωρίς όμως να αγχώνονται. Άρα ο άνθρωπος οφείλει στη ζωή του και να εργάζεται και να προσπαθεί για τα απαραίτητα στοιχεία της καλής διαβίωσής του, χωρίς όμως αυτό να γίνεται αυτοσκοπός. Χωρίς αυτό να σημαίνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρική πρόνοια του Θεού. Το πρώτο και κορυφαίο μέλημα της ζωής του ανθρώπου είναι η σωτηρία της ψυχής και η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού.

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 18 Ιουνίου 2017 (τῶν Ἁγιορειτὼν Πατέρων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 - 23
18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 - 23
18 Ενώ δε περιπατούσε εις την παραλίαν της θαλάσσης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σιμωνα, τον οποίον αργότερα ο ίδιος ο Χριστός ωνόμασε Πετρον, και τον Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, οι οποίοι έριπταν το δίκτυον εις την θάλασσαν, διότι ήσαν ψαράδες· 19 και λέγει εις αυτούς· “ακολουθήσατέ με και εγώ θα σας κάμω ικανούς να ψαρεύετε και να προσελκύετε ανθρώπους εις την βασιλείαν των ουρανών με το δίκτυον του κυρήγματος”. 20 Αυτοί αμέσως εγκατέλειψαν τα δίκτυα και τον ηκολούθησαν. 21 Και προχωρήσας από εκεί είδε δύο άλλους αδελφούς, τον Ιάκωβον τον υιόν του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννην τον αδελφόν αυτού να ετοιμάζουν μαζή με τον πατέρα των τον Ζεβεδαίον τα δίκτυά των μέσα στο πλοίον· και τους εκάλεσεν. 22 Αυτοί δε, χωρίς αναβολήν, άφησαν το πλοίον και τον πατέρα των και τον ηκολούθησαν. 23 Ο δε Ιησούς περιήρχετο τότε όλην την Γαλιλαίαν, εδίδασκεν εις τας συναγωγάς (όπου κάθε Σαββατον εμαζεύοντο οι Εβραίοι) εκήρυσσε το χαρμόσυνον άγγελμα της πνευματικής βασιλείας, που θα εγκαθίδρυε, και εθεράπευε κάθε ασθένειαν και κάθε σωματικήν αδυναμίαν μεταξύ του λαού.

Το Ιερό Κήρυγμα

Κυριακή Β’ Ματθαίου – Κλήση και ανταπόκριση

Άφησαν τα πάντα

Ο Κύριος περπατά στην ακρογιαλιά της Γαλιλαίας. Εκεί βλέπει δυο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη λίμνη, διότι ήταν ψαράδες. Και τους λέει: Ακολουθήστε µε και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια, ανθρώπους — αυτούς με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος θα ελκύετε στη Βασιλεία των ουρανών. Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. Αφού προχώρησε πιο κει, είδε άλλους δυο αδελφούς, τον Ιάκωβο τον γυιό του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο. Και τους κάλεσε κοντά του. Κι αυτοί αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους και Τον ακολούθησαν.
Κι οι τέσσερις ψαράδες άφησαν αμέσως τα πάντα. Πόση προθυμία και αυταπάρνηση έδειξαν στην κλήση του Χριστού! Πόση πίστη και υπακοή! Δεν ανέβαλαν την απόφασή τους για άλλη φορά. Δεν ζήτησαν προθεσμία για να δώσουν κάποια απάντηση. Δεν σκέφθηκαν να πάνε πρώτα στα σπίτια τους και να συζητήσουν με τους δικούς τους. Άφησαν και τους γονείς τους και ό,τι άλλο είχαν. Τα πλοία και τα δίχτυα τους ήταν όλη τους η περιουσία. Και την αφήνουν. Μένουν χωρίς τίποτε. Αυτοί και ο Χριστός! Και Τον ακολουθούν. Και γίνονται μόνιμοι μαθητές του. Αποφασισμένοι να ακολουθήσουν τον Κύριο όπου τους καλέσει.
Εμείς άραγε δείχνουμε τέτοια αυταπάρνηση και προθυμία στο θέλημα του Θεού; Βέβαια ο Κύριος δεν κάνει σε όλους εμάς τέτοια μεγάλη ειδική κλήση, δεν ζητά από όλους εμάς να εγκαταλείψουμε τα πάντα και να Τον ακολουθήσουμε. Αλλά ζητά να εγκαταλείψουμε τα πάθη µας, το αμαρτωλό θέλημά µας. Και κάνει στον καθένα µας πολλές κλήσεις για μετάνοια, για αγιασμό, για τη σωτηρία µας. Μας καλεί με τη φωνή των Πνευματικών µας, της Αγίας Γραφής, των πνευματικών ανθρώπων, αλλά και με τη φωνή γεγονότων. Μας ζητά να κόψουμε κάποιο ελάττωμά µας, να καλλιεργήσουμε κάποια αρετή, να κάνουμε έργα αγάπης, να προσφέρουμε τα χαρίσματά µας στο έργο της Εκκλησίας του. Για παράδειγμα πηγαίνουμε στον Πνευματικό µας και µας δίνει οδηγίες πνευματικής ζωής. Τις αποδεχόμαστε χωρίς αντίρρηση και αντίδραση; Έχουμε την προθυμία να υπακούσουμε αμέσως και να αγωνισθούμε να διορθώσουμε την πορεία µας; Είναι φοβερό να µας καλεί ο ίδιος ο Θεός στο θέλημά του και εμείς να αρνούμαστε και να χάνουμε ευκαιρίες μετανοίας και αγιασμού. Ευκαιρίες που ίσως δεν θα µας δοθούν ποτέ άλλοτε. Ας μάθουμε λοιπόν να ανταποκρινόμαστε αμέσως στα κελεύσματα της φωνής του Κυρίου. Ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο.

Η Βασιλεία του Θεού

Στη συνέχεια ο άγιος ευαγγελιστής Ματθαίος παρουσιάζει τη δημόσια δράση του Κυρίου στη Γαλιλαία. Λέει ότι ο Ιησούς περιόδευε τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις Συναγωγές, όπου κάθε Σάββατο μαζεύονταν οι Ιουδαίοι για να ακούσουν την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και να προσευχηθούν. Θεράπευε τα πλήθη του λαού από κάθε είδους ασθένεια. Και κήρυττε το χαρμόσυνο άγγελμα της Βασιλείας του Θεού.
Ποια όμως είναι αυτή η Βασιλεία στην οποία καλούσε η Κύριος; Οι Ιουδαίοι ασφαλώς περίμεναν µία εγκόσμια ιουδαιοκεντρική βασιλεία εντελώς διαφορετική από αυτήν που κήρυττε ο Κύριος. Διότι ο Κύριος έγινε άνθρωπος για να εγκαθιδρύσει μιαν άλλη πνευματική, παγκόσμια Βασιλεία όχι σε κράτη και σε παλάτια, αλλά στις ψυχές των ανθρώπων. Η Βασιλεία του δεν είναι «ἐκ τοῦ κόσµου τούτου». Κι Αυτός δεν είναι Βασιλεύς κρατών αλλά καρδιών, που θα κατακτήσει τους ανθρώπους όχι με πολέμους αλλά με την αγάπη. Ο Κύριος λοιπόν καλεί σε μια Βασιλεία ασυγκρίτως ανώτερη απ’ αυτήν που περίμεναν οι Ιουδαίοι, μια Βασιλεία ατελεύτητη. Μια Βασιλεία που ξεκινάει από τη γη με την Εκκλησία του και θα συνεχιστεί στον ουρανό. Μια Βασιλεία στην οποία δεν θα κυριαρχεί το µίσος αλλά η αγάπη, δεν θα κυριαρχεί το σκοτάδι της απιστίας αλλά το φως της πίστεως. Μια Βασιλεία στην οποία κάθε πολίτης της θα απολαμβάνει από αυτή τη ζωή τη θεία Χάρη και πληρότητα και θα γεύεται τα υπερκόσμια αγαθά της.
Εμείς άραγε κατανοούμε τον πνευματικό αυτόν χαρακτήρα της Βασιλείας του Θεού; Ζούμε την εμπειρία της Βασιλείας αυτής; Βέβαια ανήκουμε στη Βασιλεία του Θεού, στην Εκκλησία του. Είμαστε βαπτισμένοι. Έχουμε μυρωθεί με το βασιλικό Χρίσμα. Εσωτερικά όμως; Η Βασιλεία του Θεού είναι «ἐντός ἡµῶν»; Τη ζούμε ως εμπειρία; Την προσδοκούμε ως το μεγαλύτερο όραμα της ζωής µας; Αν πραγματικά θέλουμε να ζούμε μέσα µας τη βασιλεία του Θεού, αν αναγνωρίζουμε τον Κύριό µας ως παντοτινό βασιλέα µας, θα πρέπει να Τον κάνουμε και κυβερνήτη της ζωής µας. Αυτός να κυβερνά τις αισθήσεις µας, τις σκέψεις µας, τα συναισθήματά µας, ολόκληρη τη ζωή µας. Να µη σέρνουμε τα πόδια µας στο χώμα κυριευμένοι από πάθη και αμαρτωλές επιθυμίες. Αλλά να ανεβαίνουμε διαρκώς ψηλότερα, προς τους ουρανούς, προς την άνω Ιερουσαλήμµ, προς τη Βασιλεία του Θεού.
Ο Σωτήρ, 1981




Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 11 Ιουνίου 2017 (τῶν Ἁγίων Πάντων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33
32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38
37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30
27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33
32 Καθένας, λοιπόν, που με πίστιν και θάρρος και χωρίς να φοβήται τους διωγμούς, θα με ομολογήση σωτήρα του και Θεόν του εμπρός στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ έμπροσθεν του ουρανίου πατρός μου ως ιδικόν μου. 33 Οποιος όμως με αρνηθή εμπρός στους ανθρώπους, θα αρνηθώ και εγώ να τον παραδεχθώ ως ιδικόν μου εμπρός στον ουράνιον Πατέρα μου.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38
37 Εκείνος που αγαπά τον πατέρα η την μητέρα του παραπάνω από εμέ, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και εκείνος που αγαπά τον υιόν του η την κόρην του παραπάνω από εμέ, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. 38 Και όποιος δεν παίρνει σταθεράν την απόφασιν να υποστή κάθε ταλαιπωρίαν και σταυρικόν ακόμη θάνατον δια την πίστιν του εις εμέ και δεν με ακολουθεί ως αρχηγόν και υπόδειγμά του, δεν είναι άξιος για μένα.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30
27 Τοτε απεκρίθη ο Πετρος και του είπε· “ιδού ημείς αφήσαμεν όλα και σε ηκολουθήσαμεν. Ποία τάχα θα είναι η αμοιβή μας;” 28 Ο δε Ιησούς απήντησεν εις αυτούς· “σας διαβεβαιώνω ότι σεις που με έχετε ακολουθήσει εδώ εις την γην, όταν εις την συντέλεια των αιώνων αναδημιουργηθή νέος κόσμος και αναστηθούν οι νεκροί και ο υιός του ανθρώπου καθίση επάνω στον ένδοξον θρόνον του, τότε και σεις θα καθίσετε επάνω εις δώδεκα θρόνους, δια να κρίνετε τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ. 29 Και κάθε ένας, ο οποίος προς χάριν μου αφήκε οικίας η αδελφούς η αδελφάς η πατέρα η μητέρα η γυναίκα η χωράφια, θα λάβη εδώ εις την γην εκατό φορές περισσότερα και, το σπουδαιότερον, θα κληρονομήση την αιωνίαν ζωήν. 30 Πολλοί δε που στον κόσμον αυτόν, ένεκα των αξιωμάτων τα οποία κατέχουν και όχι δια την αρετήν των, είναι πρώτοι, εις την βασιλείαν των ουρανών θα είναι τελευταίοι και πολλοί που στον κόσμον αυτόν θεωρούνται τελευταίοι, θα είναι εκεί πρώτοι.

Το Ιερό Κήρυγμα



Ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Εὐαγγέλιο! φωνάζει ἡ ἀπιστία. Ἀδύνατον νὰ ζήσῃ σήμερα ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ νέοι, νὰ κρατήσουμε ἁ γνότητα. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔγγαμοι, νὰ ζήσουμε ἰσοβίως μὲ τὸ «Ὃ ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄν θρωπος μὴ χωριζέτω»(Ματθ. 19,6), οἱ ἄντρες μὲ μία γυναῖκα, οἱ γυναῖκες μὲ ἕναν ἄντρα.
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔμποροι, νὰ πᾶμε μὲ τὸ «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὐ οὔ» (ἔ.ἀ. 5,37).
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ πλούσιοι, νὰ τηρήσουμε τὸ «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (ἔ.ἀ.. 19,21).
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἐκδικητικοί, νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας. Ἀδύνατον τὸ ἕνα, ἀδύνατον τὸ ἄλλο, ἀδύνατον ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο.

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτες. Οὐτοπία λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο; Ὄχι· οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶνε ἀκατόρθωτες. Κι ἂν ἀκόμη βρισκόταν ἕνας μόνο καὶ ἐφήρμοζε ὅ,τι διέταξε ὁ Χριστός, ἀρκοῦσε αὐτὸς ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ πείραμα πέτυχε, ὅτι ἡ ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀποτελεῖ φαντασία.
Ὅ,τι ἔκανε ὁ ἕνας γιατί νὰ μὴν τὸ κάνουμε καὶ οἱ ἄλλοι; Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἕνας μόνο· εἶνε πολλοί, ἀναρίθμητοι ἐκεῖνοι ποὺ κάτω ἀπὸ δυσμενεῖς συνθῆκες μὲ λόγια ἔργα καὶ μαρτυρι κὸ θάνατο τήρησαν τὴν ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ λένε· «Πάντα ἰσχύομεν ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι ἡμᾶς Χριστῷ» καὶ «Μιμηταί μας γίνεσθε, καθὼς καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ»(Φιλ. 4,13. Α΄ Κορ. 11,1). Εἶνε οἱ ἅγιοι Πάν τες, τοὺς ὁ ποίους προβάλλει ἡ Ἐκ κλησία πρὸς μίμησιν.
* * * 
Οἱ ἅγιοι, ἀγαπητοί μου, δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἅγιοι. Κανείς δὲν γεννιέται ἅγιος. Σύμφωνα μὲ τὴν πεῖρα καὶ τὰ πορίσματα παρατηρήσεων καὶ πειραμάτων τῆς ἀνθρωπογνωσίας, σύμφωνα πρὸ παντὸς μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ὁ ἄνθρωπος, κάθε ἄνθρωπος, πέφτει ἀπ᾽ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του σὰν ἕνας καρπὸς ποὺ κλείνει μέσα του τὰ σπέρματα ὅλων τῶν κακιῶν, σὰν ἕνα μῖγμα εὐγενοῦς μετάλλου ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς ἀνακατεμένο μὲ ἀκάθαρ τη ὕλη.
Νά γιατί ὁ Δαυῒδ στὸν περίφημο 50ὸ ψαλμὸ τῆς μετανοίας του ὀδύρεται λέγοντας· «Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50,7).
Αὐτὸ τὸ λόγο μποροῦσαν νὰ ἐπαναλάβουν καὶ οἱ ἅγιοι Πάντες. Γεννήθηκαν κι αὐτοὶ μὲ τὴ βαρειὰ κληρονομικότητα ποὺ ἔχει τὴ ῥίζα της στὸ ἁμάρτημα τῶν πρωτοπλάστων. Ἀπὸ τὴ μολυσμένη ἐκείνη πηγὴ ἔφεραν μέσα τους τὰ μικρόβια τῆς κακίας, ποὺ μόλυνε καὶ διέφθειρε τὴν ἁγνὴ καρδιὰ ποὺ ἔδωσε ὁ Πλάστης. Γι᾽ αὐτὸ ὡς παν ανθρώπινη κραυγὴ γιὰ τὴ δηλητηρίασι τῆς καρδιᾶς, θεωρεῖται κι ὁ ἄλλος στίχος τοῦ ἴδιου ψαλμοῦ, τὸν ὁποῖο καὶ ἄπιστοι ὅπως ὁ Βολταῖρος θαύμασαν γιὰ τὸ ὕψος του· «Καρδίαν κα θαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. 50,12).

Σὰν ἄνθρωποι λοιπὸν καὶ οἱ ἅγιοι μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ, προτοῦ γνωρίσουν τὸν Σωτῆρα Χριστὸ δὲν εἶχαν καθαρὴ τὴν καρδιά· ἡ καρδιά τους ἦταν μολυσμένη ἐξ αἰτίας ὄχι μόνο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀλλὰ καὶ προσωπικῶν ἁ μαρτημάτων.
Ψέματα, κατάρες, βλασφημίες, κλοπές, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι…, νά ὁ ἀκάθαρτος ποταμὸς τῆς ζωῆς πολλῶν ἀπ᾽ αὐτούς. Ἀλλὰ κάποια εὐλογημένη στιγμή ὁ ποταμὸς τῆς ζωῆς τους ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν μυστηριώδη ἐκεῖνο ποταμὸ τοῦ Ἰεζεκιήλ (στὸ 47ο κεφ. τῆς προφητείας του).
Τὰ νερά του, ποὺ ἀναβλύζουν ἀπ᾽ τὸ Γολγοθᾶ, εἶνε θαυματουργά, ἀναζωογο νοῦν τὰ πάντα.
Σ᾽ αὐτὰ τὰ νερὰ καλεῖ ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέγοντας· «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» (Ἠσ. 1,16). Καὶ μία ἀκόμη σταγόνα τους μπορεῖ νὰ καθαρίσῃ τὸν ἄνθρωπο!
Δὲν εἶνε αὐτὸ ποίησις καὶ φαντασία δική μου. Ὅσοι ἀμφιβάλλουν ἂς ἀνοίξουν τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἂς μελετήσουν τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ θὰ δοῦν σὲ μύριες περιπτώσεις ὅτι ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ, ἀγγίζοντας τὴν καρδιὰ λῃστῶν καὶ κακούργων, τοὺς μετέβαλε.  Καὶ ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ μένει πάντοτε ἀμείωτη. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε στεῖρα· γεννᾷ καὶ σήμερα ἁγίους. Ἡ παράταξι τῶν ἁγίων δὲν ἔκλεισε, ὁ κατάλογος στὰ μητρῷα τῆς αἰωνιότητος δὲν σφραγίστηκε ἀκόμα.
Ἡ ἁγιότης δὲν σταμάτησε στὸ 50, 300, 500, 600, 1.500 μ.Χ.… Ὄχι!  Καὶ στὸν αἰῶνα μας, αἰῶνα προδρομικὸ τοῦ ἀντιχρίστου, ἡ ἁγιότης ἀνθίζει. Ἄντρες καὶ γυναῖκες βαδίζουν καὶ σή μερα στὰ ἴχνη τῶν μαρτύρων τῶν προηγουμένων γενεῶν.
Παρ᾿ ὅλες τὶς εἰρωνεῖες, τοὺς διωγμούς, τὰ μαρτύρια, δὲν προδίδουν τὴν πίστι, δὲν προσκυνοῦν τὰ νεώτερα εἴδωλα· μὲ τὸ βλέμμα στὸν οὐρανὸ ὅπως ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ἀγωνίζονται νὰ φανοῦν ἄξιοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες τῶν προγόνων ἐκείνων, ποὺ θυσίασαν τὰ πάντα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ.
Συνάντησα στὴ Βόρειο Ἑλλάδα μιὰ γερόντισσα πρόσφυγα ἀ πὸ τὸν Πόντο. Ἡ οἰκογένειά της εἶχε ἐξολοθρευθῆ. Αὐτὴ ἦρθε μόνη ἐδῶ, ἀλλὰ ἔμελλε στὰ γηρατειά της νὰ δῇ νέους διωγμοὺς ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις. «Δὲν προδίδω», μοῦ ἔλεγε, «τὴν πίστι στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν πατρίδα. Θὰ μείνω Χριστιανὴ Ἑλληνίδα. Θέλω, ὅταν πάω στὸν ἄλλο κόσμο, οἱ πρόγονοί μου ποὺ θυσιάστηκαν νὰ μὲ ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ ποῦν· Καλῶς τὴν κορούλα μας! Ἔκανες ὅ,τι κάναμε κ᾽ ἐμεῖς. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου».

Αὐτὴ ἡ μνήμη τῶν ἁγίων εἶνε τὸ ἰσχυρότερο ἐλατήριο ποὺ ὠθεῖ σὲ ἠθικὰ μεγαλουργήματα. Ἡ Ἑλλάδα εἶνε χώρα ἁγίων. Πάνω της αἰωρεῖται ἕνα φωτεινὸ νέφος μαρτύρων. Καμμιά χώρα δὲν ἔχει τόσους ἁγίους. Γι᾽ αὐτὸ ἕνας ἐκκλησι αστικὸς ῥήτωρ, ὁ Φραγκῖσκος Σκοῦφος, (17ος αἰώνας) ἔγραφε γιὰ τὴν πατρίδα μας· «Μίλησε κ᾽ ἐσύ, οὐρανέ· πὲς κ᾽ ἐσὺ μὲ τὴν ἀκτινοβόλο γλῶσσα τὶς δόξες τῆς χριστιανικῆς Ἑλλάδος.
Ποῦ εἶδες γιὰ πρώτη φορὰ ἀνθρώπους νὰ ζοῦν μέσα στὶς ἐρήμους ζωὴ τῶν ἀγγέλων καὶ ν᾽ ἀντιλαλοῦν ἀπὸ θεϊκοὺς ὕμνους ἐκεῖνα τὰ δάση ὅπου δὲν ἀκούγονται παρὰ οἱ ἄγριες φωνὲς τῶν θηρίων;
Ποῦ εἶδες τὰ πετρώδη καὶ ἄκαρπα βουνὰ νὰ βλαστάνουν ἄνθη ἀρετῶν; …
Ἀπὸ ποῦ ἔκοψες τόσους κρί νους γιὰ νὰ στολίσῃς τοὺς κήπους σου; Ἀπὸ ποῦ τρύγησες τόσα ῥόδα γιὰ νὰ εὐωδιάσῃ μ᾿ ἐκεῖ να ὁ Παράδεισος;
Ἀπὸ ποῦ μάζεψες τόσους φοίνικες, τόσες δάφνες, γιὰ νὰ ῥαντίσῃς καὶ νὰ στεφανώσῃς τὸ θρόνο τοῦ με γάλου βασιλέως; Ποιός ἐκτὸς ἀπ᾽ τὴν Ἑλλάδα σοῦ χάρισε τὰ πιὸ φωτεινὰ ἄστρα ποὺ ν᾽ ἀ στράφτουν στὸ στερέωμά σου;…
Ἂν ὁ Ἑωσφόρος σὲ γύμνωσε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, τὸ Ἑλληνικὸ γένος σοῦ ἔδωσε τόσους ἁγίους ποὺ δὲν φαίνεσαι πλέον οὐρανός, ἀλλά, χωρὶς ὑπερβολή, φαίνεσαι ὅλος ὅλος μία Ἑλλάδα».
* * *
Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, ἐπίτρεψέ μου νὰ σὲ ρωτήσω· Πιστεύεις στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν; πιστεύεις ἀπόλυτα; Ἐὰν ναί, τότε, ὅσο σκληρὲς κι ἂν εἶνε οἱ συνθῆκες, μὴν πῇς «Ἀδύνατον νὰ ζήσω κατὰ Χριστόν». Ὄχι. Μακριὰ ἡ δειλία! Μπορεῖς νὰ δώσῃς μαρτυρία Χριστοῦ, ὅποιο κι ἂν εἶνε τὸ ἔργο καὶ τὸ ἐπάγγελμά σου.
῾Ρίξε ἕνα βλέμμα στὴν παράταξι τῶν ἁγίων Πάντων, καὶ θὰ διακρίνῃς συναδέλφους σου. Ὑπάρχουν ἅγιοι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα· ὅλοι ἔζησαν κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου ποὺ εἶπε «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. 20,28). Ἂν εἶ σαι κληρικός, δὲς ἱεράρχας, πρεσβυτέρους καὶ διακόνους.
Ἂν εἶσαι ἐγγράμματος, δὲς τοὺς Βασιλείους, Γρηγορίους καὶ Χρυσοστόμους. Ἂν εἶσαι ἀξιωματικὸς ἢ στρατιώτης, δὲς τοὺς ἁγ. Δημητρίους, Γεωργίους, Θεοδώρους.
Οἱ γεωργοὶ ἔχουν τοὺς ἁγ. Τρύφωνα, Παῦλο τὸν ἁπλοῦν· οἱ βοσκοὶ τοὺς ἁ γ. Σπυρίδωνα, Σῴζοντα, Βλάσιο καὶ τοὺς ποιμένας τῆς Βηθλεέμ· οἱ κηπουροὶ τὸν ἅγ. Φωκᾶ, οἱ μάγειροι τὸν ἅγ. Εὐφρόσυνο, οἱ ῥάφτες καὶ οἱ βαφεῖς τὸν ἅγ. Μένιγνο, οἱ ὑποδηματοποιοὶ τὸν ἅγ. Ζαχαρία, οἱ ζωγράφοι τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ καὶ τὸν ὅσιο Ζαχαρία, οἱ χαράκτες τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸ νηστευτή, οἱ διδάσκαλοι τὸν ἅγ. Ἀρσένιο, οἱ γιατροὶ τοὺς ἁ γ. Ἀναργύρους καὶ τὸν ἅγ. Παν τελεήμο να, οἱ ἀστρονόμοι τοὺς τρεῖς μάγους, οἱ ἄρχον τες τοὺς ἁγ. Ἀμβρόσιο, Φιλογόνιο καὶ Ἀρτέμιο, οἱ δικασταὶ τοὺς ἁγ. Διονύσιο ἀρεοπαγίτη καὶ Ἱερόθεο, οἱ βουλευταὶ τὸν εὐ σχήμονα Ἰωσήφ,… καὶ οἱ βασιλεῖς τοὺς ἁγ. Κωνσταντῖνο καὶ Ἑλένη.

Παντοῦ ἁπλώνεται ἡ ἁγιότης, γιὰ ν᾿ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ Χριστιανός, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρετῇ, παρὰ τὰ ἐμπόδια, λαμβάνει ἄνωθεν δύναμι νὰ ζῇ τὴ μυστικὴ ἁγία ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Συγκινητικὰ παραδείγματα βρίσκουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων, ποὺ δείχνουν ὅτι μέσα καὶ στὴν πιὸ διεφθαρμένη κοινωνία εἶνε δυνατὸν ν᾽ ἀνθήσουν τὰ ἄνθη τῆς ἀρετῆς. Διότι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (῾Ρωμ. 8,28).

Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἐσεῖς ἀγαπήσατε μὲ θεῖο ἔρωτα πάνω ἀπὸ κάθε ἐγκόσμιο τὸν Χριστό, ἀγωνιστήκατε στὴ γενεά σας καὶ νικήσατε. Καὶ τώρα παρακολουθεῖτε τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγει ἡ σημερινὴ γενεὰ τῶν Χριστιανῶν ἐναντίον τοῦ ἀντιχρίστου.
Μεγαλύτεροι ἀδελφοί μας· σπεύ- σατε, σᾶς παρακαλοῦμε, νὰ μᾶς βοηθήσετε. Μὴ παύσετε νὰ προσεύχεσθε, ὁ Κύριος νὰ δώσῃ τὴ νίκη σ᾽ ἐκείνους πού, ὅπως κ᾽ ἐσεῖς, ἀγωνίζονται ὑπὸ τὴν σκέπη τοῦ τιμίου σταυροῦ· ἀμήν.